11 Οκτωβρίου 2026

ΙΙ. Υπάρχει κοινωνία;

 Δοκίμιο αρ. 239



Ρενέ Μαγκρίτ, Γκολκόντα, 1953 (λάδι σε καμβά, 80×100.3). Ο τίτλος, που δόθηκε από τον φίλο του και ποιητή Λουί Σκουτενέρ, παραπέμπει στην ομώνυμη αρχαία πόλη της Ινδίας, η οποία υπήρξε κέντρο εμπορίου διαμαντιών.


Το ερώτημα αν υπάρχει κοινωνία μοιάζει, εκ πρώτης όψεως, να αφορά μια αυτονόητη πραγματικότητα. Οι άνθρωποι γεννιούνται μέσα σε ήδη διαμορφωμένους κόσμους, χρησιμοποιούν γλώσσες που δεν επινόησαν ατομικά, εντάσσονται σε θεσμούς που προϋπήρχαν της γέννησής τους και συμμετέχουν, με τη θέλησή τους ή χωρίς αυτήν, σε σχέσεις που καθορίζουν τις δυνατότητες της ζωής τους. Η κοινωνία φαίνεται λοιπόν να υπάρχει με την ίδια βεβαιότητα που υπάρχουν οι υλικοί όροι της ανθρώπινης ύπαρξης. Ωστόσο, η διαπίστωση ότι οι άνθρωποι ζουν μέσα σε ένα πλέγμα σχέσεων δεν αρκεί για να απαντήσει στο ερώτημα. Άλλο είναι η ύπαρξη κοινωνικών δεσμών και άλλο η ύπαρξη της κοινωνίας ως συλλογικής πραγματικότητας, ικανής να συγκροτεί κοινές σημασίες, να αναγνωρίζει αμοιβαίες υποχρεώσεις και να παράγει δυνατότητες κοινής δράσης. Μπορεί να εξακολουθούν να λειτουργούν οι θεσμοί, οι διοικητικοί μηχανισμοί και οι επικοινωνιακές υποδομές, ενώ το κοινωνικό περιεχόμενο που τους έδινε συνοχή να αποδυναμώνεται; Και αν συμβαίνει κάτι τέτοιο, με ποιον τρόπο μπορούμε να διακρίνουμε την κοινωνία από τις μορφές μέσα από τις οποίες εμφανίζεται;

Το ερώτημα αποκτά ιδιαίτερη οξύτητα όταν συναντά την περίφημη διατύπωση της Μάργκαρετ Θάτσερ ότι δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα όπως η κοινωνία. Η φράση δεν αποτελεί απλώς μια αμφισβήτηση της ύπαρξης μιας αφηρημένης συλλογικής οντότητας. Εκφράζει μια πολιτική αντίληψη σύμφωνα με την οποία υπάρχουν άτομα, οικογένειες και προσωπικές ευθύνες, αλλά όχι μια κοινωνία που θα μπορούσε να θεωρηθεί αυτοτελής φορέας υποχρεώσεων απέναντι στα μέλη της. Η κοινωνική πραγματικότητα επαναδιατυπώνεται έτσι με όρους ατομικής ευθύνης, ενώ οι συλλογικοί όροι της ανθρώπινης ζωής υποχωρούν από το πεδίο της πολιτικής αναγνώρισης. Η σημασία της θέσης αυτής δεν εξαρτάται από το αν η κοινωνία εξακολουθεί να υπάρχει ως εμπειρικό γεγονός. Προκύπτει κυρίως από τη δυνατότητα να οργανώνεται η πολιτική και οικονομική ζωή σαν να μην υφίσταται μια ευρύτερη συλλογική σχέση που προηγείται των ατομικών επιλογών, τις καθιστά δυνατές και συγχρόνως τις περιορίζει.

Η άρνηση της κοινωνίας λοιπόν δεν συνεπάγεται την εξαφάνιση των κοινωνικών σχέσεων. Μπορεί να λειτουργήσει ως τρόπος αναδιοργάνωσής τους, αποκρύπτοντας τους συλλογικούς όρους μέσα στους οποίους παράγονται οι ατομικές επιτυχίες και αποτυχίες. Η ανεργία, η φτώχεια, η επισφάλεια ή ο αποκλεισμός μπορούν τότε να εμφανίζονται ως προσωπικές αποτυχίες, αποσυνδεδεμένες από τις κοινωνικές και θεσμικές συνθήκες που τις καθιστούν πιθανές. Η κοινωνία εξακολουθεί να ενεργεί πάνω στα άτομα, αλλά η αναγνώρισή της ως πεδίου κοινής ευθύνης αποδυναμώνεται. Εδώ ανακύπτει μια πρώτη δυσκολία: η κοινωνία μπορεί να παραμένει ενεργή ως δύναμη διαμόρφωσης της ζωής, ενώ συγχρόνως να απουσιάζει ως συνειδητή αναφορά, ως αίσθηση αλληλεξάρτησης και ως δυνατότητα συλλογικής παρέμβασης.

Η σκέψη του Κορνήλιου Καστοριάδη προσφέρει ένα θεωρητικό πλαίσιο για την προσέγγιση αυτής της δυσκολίας, χωρίς να την εξαλείφει. Η κοινωνία δεν αποτελεί, στη δική του αντίληψη, ούτε ένα απλό άθροισμα ατόμων ούτε μια εξωτερική δύναμη που επιβάλλεται σε ήδη ολοκληρωμένα υποκείμενα. Είναι συγχρόνως το πεδίο μέσα στο οποίο συγκροτούνται τα άτομα, οι κοινωνικές σημασίες και οι θεσμοί, αλλά και η δημιουργική δραστηριότητα μέσω της οποίας μια κοινωνία θεσμίζει τον ιδιαίτερο κόσμο της. Το κοινωνικό δεν εξαντλείται σε ό,τι έχει ήδη θεσπιστεί, επειδή η θεσμίζουσα διάστασή του υπερβαίνει διαρκώς τις μορφές που η ίδια έχει δημιουργήσει. Ο θεσμός είναι αναγκαίος για τη συγκρότηση της κοινωνικής ζωής, αλλά δεν αποτελεί την πλήρη και οριστική παρουσία του κοινωνικού.

Ο Καστοριάδης το διατυπώνει με χαρακτηριστική σαφήνεια: ...μόλις ο θεσμός τεθεί, το θεσμίζον κοινωνικό ξεφεύγει, απομακρύνεται, είναι ήδη κι αλλού. Η διατύπωση δεν σημαίνει ότι το κοινωνικό βρίσκεται κάπου έξω από τους θεσμούς, σε μια καθαρή περιοχή ελευθερίας που θα μπορούσε να ανακτηθεί με την κατάργησή τους. Σημαίνει ότι η κοινωνική δημιουργία δεν συμπίπτει ποτέ πλήρως με το αποτέλεσμά της. Οι θεσμοί σταθεροποιούν σημασίες, ρυθμίζουν συμπεριφορές και οργανώνουν συλλογικές πρακτικές, αλλά δεν μπορούν να περικλείσουν οριστικά τη δύναμη που τους δημιούργησε. Η κοινωνία δεν είναι ένα αντικείμενο διαθέσιμο προς πλήρη κατοχή ή περιγραφή. Υπάρχει μέσα από τις μορφές της, αλλά και πέρα από την εκάστοτε παγιωμένη τους κατάσταση.

Γι’ αυτό και η κοινωνική πραγματικότητα δεν προσφέρεται εύκολα ως διακριτό αντικείμενο παρατήρησης. Σε ένα άλλο απόσπασμα, ο Καστοριάδης σημειώνει: Το κοινωνικό είναι αυτό που είναι όλοι και που δεν είναι κανείς, είναι αυτό που δεν είναι ποτέ απόν και σχεδόν ποτέ παρόν σαν τέτοιο, ένα μη-είναι πιο πραγματικό από κάθε είναι, αυτό μέσα στο οποίο είμαστε βυθισμένοι εξ ολοκλήρου, αλλά και που δεν μπορούμε ποτέ να συλλάβουμε “αυτοπροσώπως”. Το κοινωνικό είναι μια ακαθόριστη διάσταση, ακόμα κι όταν είναι περιφραγμένη κάθε στιγμή... Η δυσκολία εντοπισμού του κοινωνικού δεν συνιστά ένδειξη ανυπαρξίας του. Αντίθετα, φανερώνει έναν τρόπο ύπαρξης που δεν ανάγεται σε μια μεμονωμένη παρουσία. Το κοινωνικό συγκροτείται μέσα από σχέσεις, σημασίες και θεσμούς, χωρίς να ταυτίζεται με κάποιον από αυτούς απομονωμένα.

Εντούτοις, αυτή η προσέγγιση δεν επιτρέπει να μετατρέψουμε τη θεωρητική διαπίστωση της ύπαρξης του κοινωνικού σε εύκολη απάντηση στο αρχικό ερώτημα. Αν το κοινωνικό διαφεύγει διαρκώς από τις θεσμισμένες μορφές του, δεν σημαίνει ότι κάθε κοινωνία διατηρεί αναλλοίωτη τη δυνατότητα δημιουργίας, αμφισβήτησης και συλλογικής αυτοθέσμισης. Η θεσμίζουσα διάσταση μπορεί να παραμένει ενεργή χωρίς να εκδηλώνεται ως συνειδητή αυτονομία, ενώ οι κοινωνικές σημασίες μπορούν να αναπαράγονται με τρόπους που περιορίζουν τη δυνατότητα αμφισβήτησής τους. Η κοινωνία δεν παύει να δημιουργεί τον κόσμο της όταν οι άνθρωποι αδυνατούν να αναγνωρίσουν τη δημιουργική τους συμμετοχή σε αυτόν. Μπορεί όμως να βιώνουν ως φυσικούς, αναπόφευκτους ή εξωτερικά επιβεβλημένους τους όρους μιας πραγματικότητας που έχει κοινωνικά συγκροτηθεί.

Στο σημείο αυτό, η σκέψη του Ζαν Μποντριγιάρ εισάγει μια διαφορετική, αλλά συναφή προβληματική. Το ενδιαφέρον του δεν επικεντρώνεται πρωτίστως στη θεσμίζουσα δημιουργία της κοινωνίας, αλλά στην αυτονόμηση των σημείων, των κωδίκων και των αναπαραστάσεων μέσα στις σύγχρονες κοινωνίες. Η αναπαράσταση δεν λειτουργεί αναγκαστικά ως διαφανές μέσο που παραπέμπει σε μια πραγματικότητα έξω από αυτήν. Μπορεί να εντάσσεται σε ένα σύστημα σημείων το οποίο αποκτά δική του δυναμική, οργανώνοντας την εμπειρία και καθορίζοντας εκ των προτέρων όσα μπορούν να γίνουν αντιληπτά ως πραγματικά. Η κοινωνική πραγματικότητα δεν εξαφανίζεται απλώς πίσω από μια σειρά ψευδών εικόνων. Το πρόβλημα είναι βαθύτερο: η διάκριση ανάμεσα σε αυτό που συμβαίνει και στον τρόπο με τον οποίο καθίσταται ορατό, αναγνωρίσιμο και κοινωνικά αποδεκτό μπορεί να αποσταθεροποιηθεί.

Η διαφορά από τον Καστοριάδη είναι ουσιώδης. Η κοινωνική θέσμιση προϋποθέτει τη δημιουργία σημασιών που δεν ανάγονται σε έναν προϋπάρχοντα, εξωκοινωνικό κανόνα. Η μποντριγιαρική προβληματική, από την άλλη, επιτρέπει να εξετάσουμε τι συμβαίνει όταν τα συστήματα αναπαράστασης αποκτούν τέτοια αυτονομία, ώστε η κοινωνική εμπειρία να οργανώνεται ολοένα περισσότερο μέσα από αυτά. Οι δύο προσεγγίσεις δεν περιγράφουν το ίδιο φαινόμενο ούτε οδηγούν αυτομάτως στα ίδια συμπεράσματα. Μπορούν όμως να συναντηθούν σε ένα κρίσιμο σημείο: η κοινωνική πραγματικότητα δεν εξαντλείται στις μορφές με τις οποίες παρουσιάζεται, αλλά οι μορφές αυτές συμμετέχουν ενεργά στη συγκρότηση του κόσμου που αναγνωρίζουμε ως πραγματικό.

Η συνάντησή τους γίνεται ιδιαίτερα γόνιμη όταν το ερώτημα της ύπαρξης της κοινωνίας μεταφέρεται από το επίπεδο της αφηρημένης οντολογικής διαπίστωσης στο πεδίο της σύγχρονης εμπειρίας. Οι άνθρωποι επικοινωνούν διαρκώς, εκτίθενται σε μια αδιάκοπη ροή πληροφοριών, συμμετέχουν σε ψηφιακά δίκτυα και εμφανίζονται ως μέλη πολλαπλών κοινοτήτων. Η επικοινωνιακή πυκνότητα όμως δεν αποδεικνύει από μόνη της την ύπαρξη ισχυρών κοινωνικών δεσμών. Η ορατότητα μιας συλλογικότητας δεν ισοδυναμεί αναγκαστικά με τη δυνατότητα κοινής δράσης, όπως και η αναπαράσταση της συμμετοχής δεν εγγυάται ότι οι συμμετέχοντες διαθέτουν ουσιαστική επιρροή στους όρους της κοινής τους ζωής. Μπορεί να πληθαίνουν οι εικόνες της κοινωνικότητας, ενώ η εμπειρία της αμοιβαιότητας, της κοινής ευθύνης και της πραγματικής αλληλεξάρτησης γίνεται περισσότερο εύθραυστη.

Δεν αρκεί, βέβαια, να αντιπαραθέσουμε μια υποτιθέμενα αυθεντική κοινωνία σε έναν κόσμο ψευδών αναπαραστάσεων. Μια τέτοια αντιπαράθεση θα προϋπέθετε ότι μπορούμε να απομονώσουμε το κοινωνικό από τις συμβολικές μορφές μέσα από τις οποίες συγκροτείται, κάτι που η καστοριαδική προσέγγιση δεν επιτρέπει. Η κοινωνία δεν υπάρχει πρώτα ως ολοκληρωμένη πραγματικότητα και στη συνέχεια αναπαρίσταται. Οι σημασίες, οι συμβολισμοί και οι θεσμοί συμμετέχουν στην ίδια τη συγκρότησή της. Το κρίσιμο ζήτημα είναι αν οι συμβολικές μορφές εξακολουθούν να συνδέονται με σχέσεις, πρακτικές και δυνατότητες συλλογικής δημιουργίας ή αν η αναπαραγωγή τους τείνει να υποκαθιστά εκείνο που τους προσδίδει κοινωνικό περιεχόμενο. Η υπερτροφία του συμβολικού δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην απουσία του κοινωνικού. Μπορεί όμως να καταστήσει δυσδιάκριτη τη διαφορά ανάμεσα στην κοινωνική πραγματικότητα και στην εικόνα της.

Έτσι, η φράση της Θάτσερ αποκτά μια διάσταση που ξεπερνά την άμεση πολιτική της σημασία. Η κοινωνία μπορεί να αποδυναμώνεται ως πεδίο αναγνωρισμένης αλληλεξάρτησης, την ίδια στιγμή που εξακολουθεί να λειτουργεί ως μηχανισμός παραγωγής συμπεριφορών, αναγκών και προσδοκιών. Η άρνησή της δεν χρειάζεται να επιβληθεί ως κυριολεκτική πεποίθηση ότι οι άνθρωποι δεν συνδέονται μεταξύ τους. Αρκεί να διαμορφωθούν συνθήκες στις οποίες οι συλλογικοί όροι της ζωής αντιμετωπίζονται ως ατομικά προβλήματα, οι κοινές ανάγκες ως ιδιωτικές υποθέσεις και η δυνατότητα αλλαγής ως προσωπική υπόθεση προσαρμογής. Τότε η κοινωνία συνεχίζει να ενεργεί, αλλά δυσκολεύεται να αναγνωριστεί ως κοινό πεδίο ευθύνης και παρέμβασης.

Υπάρχει λοιπόν κοινωνία; Η απάντηση δεν μπορεί να στηριχθεί αποκλειστικά στην αυτονόητη διαπίστωση ότι οι άνθρωποι ζουν σε οργανωμένα σύνολα, ούτε στην αντίθετη θέση ότι η κοινωνία έχει εξαφανιστεί επειδή οι συλλογικοί δεσμοί εμφανίζονται αποδυναμωμένοι. Η πρώτη κινδυνεύει να εξισώσει την κοινωνία με την απλή αναπαραγωγή των θεσμών της, ενώ η δεύτερη να συγχέει την κρίση μιας ιστορικής μορφής κοινωνικότητας με την ανυπαρξία του κοινωνικού. Το ερώτημα παραμένει ανοιχτό ακριβώς επειδή αφορά περισσότερα από ένα επίπεδα: τις συνθήκες που καθιστούν δυνατή την κοινωνική ζωή, τις μορφές μέσα από τις οποίες αυτή θεσμίζεται, τις αναπαραστάσεις που οργανώνουν την εμπειρία της και τις δυνατότητες των ανθρώπων να αναγνωρίσουν και να μετασχηματίσουν τις σχέσεις τους.

Εν τέλει, η κρισιμότερη διάκριση μπορεί να μην είναι ανάμεσα σε μια κοινωνία που υπάρχει και σε μια κοινωνία που δεν υπάρχει αλλά ανάμεσα στην κοινωνία ως δεδομένη τάξη πραγμάτων και στην κοινωνία ως αμφισβητήσιμη, δημιουργούμενη και μετασχηματίσιμη πραγματικότητα. Η διάκριση αυτή δεν προσφέρει μια καθησυχαστική λύση. Δεν εγγυάται ότι η θεσμίζουσα δύναμη θα εκδηλωθεί ως αυτονομία ούτε ότι η κοινή εμπειρία θα μετατραπεί σε συλλογική πράξη. Αφήνει όμως ανοιχτό το ενδεχόμενο ότι η κρίση της κοινωνίας δεν αφορά απλώς την απώλεια δεσμών, αλλά και τη δυσκολία να αναγνωριστεί πως οι όροι της κοινής ζωής είναι ανθρώπινο δημιούργημα και, ως τέτοιο, μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο συλλογικής αμφισβήτησης. Το αν υπάρχει κοινωνία δεν κρίνεται μόνο από την επιβίωση των μορφών της, αλλά και από το αν αυτές εξακολουθούν να συγκροτούν ένα κοινό πεδίο νοήματος, ευθύνης και δυνατότητας.