Δοκίμιο αρ. 241
"Στο βάθος όλων των πραγμάτων", έλεγε ο Ντιντερό, "υπάρχει και ολίγος όρχις". Εμείς θεωρούμε πως στο βάθος όλων των πραγμάτων υπάρχει πλέον το χρήμα. Η αντιπαράθεση των δύο διατυπώσεων δεν αποσκοπεί στην αντικατάσταση μιας ανθρωπολογικής σταθεράς από μια άλλη. Η σεξουαλική επιθυμία δεν εξηγεί το σύνολο των ανθρώπινων πράξεων, όπως και το χρήμα δεν αποτελεί το κρυφό κίνητρο κάθε ανθρώπινης συμπεριφοράς. Η διαφορά βρίσκεται αλλού. Το χρήμα τείνει να υπερβαίνει τη λειτουργία του ως μέσου συναλλαγής και να αναδεικνύεται σε γενικό όρο της κοινωνικής δυνατότητας: σε παράγοντα που επηρεάζει όχι μόνο όσα οι άνθρωποι επιθυμούν, αλλά και όσα μπορούν να πραγματοποιήσουν, τα μέσα που διαθέτουν για να το επιχειρήσουν και την αναγνώριση που προσδοκούν από το περιβάλλον τους. Μπορεί να μην καθορίζει τον σκοπό κάθε πράξης, καθορίζει όμως σε σημαντικό βαθμό τις υλικές προϋποθέσεις της.
Η διαπίστωση αυτή μάς επαναφέρει στο αρχικό ερώτημα: υπάρχει κοινωνία; Η διατύπωση μπορεί να εκληφθεί ως αμφισβήτηση της ίδιας της ύπαρξης της κοινωνίας, σαν να επρόκειτο να διαπιστώσουμε αν οι άνθρωποι εξακολουθούν να συνδέονται μεταξύ τους ή αν οι δεσμοί τους έχουν διαλυθεί μέσα σε έναν κόσμο ατομικισμού, κατακερματισμού και δικτυακών διασυνδέσεων. Ωστόσο, η δυσκολία δεν βρίσκεται στην απουσία κοινωνικών σχέσεων. Οι σχέσεις αυτές εξακολουθούν να παράγουν θεσμούς, κανόνες, εξαρτήσεις, συγκρούσεις, συνεργασίες και κοινές σημασίες. Η κοινωνία εξακολουθεί να υπάρχει, αλλά η διαπίστωση αυτή δεν αρκεί για να προσδιορίσουμε τι είναι σήμερα ούτε, κυρίως, με ποιες δυνάμεις οργανώνεται.
Ίσως το ερώτημα χρειάζεται να παραμείνει ανοιχτό, όχι ως κυριολεκτική αμφιβολία για την ύπαρξη του κοινωνικού, αλλά ως αμφισβήτηση της αυτονόητης ταύτισής του με τις μορφές μέσα από τις οποίες οργανώνεται. Το γεγονός ότι οι άνθρωποι ζουν μέσα σε ένα πυκνό σύστημα αλληλεξαρτήσεων δεν σημαίνει ότι διαθέτουν αντίστοιχη δυνατότητα να καθορίζουν συλλογικά τους όρους της ζωής τους. Η κοινωνική οργάνωση μπορεί να γίνεται ολοένα πιο σύνθετη, ενώ η συλλογική αυτονομία να περιορίζεται. Μπορεί οι μηχανισμοί που συνδέουν τους ανθρώπους να ενισχύονται και ταυτόχρονα να δυσκολεύεται η δυνατότητά τους να αναγνωρίσουν αυτούς τους μηχανισμούς ως προϊόντα της δικής τους ιστορικής δραστηριότητας.
Το πρόβλημα λοιπόν δεν είναι μόνο αν υπάρχει κοινωνία, αλλά τι είδους κοινωνία συγκροτείται όταν οι σχέσεις που τη συνθέτουν οργανώνονται ολοένα περισσότερο πάνω στην οικονομική λογική. Η διάκριση αυτή είναι ουσιώδης. Η οικονομία αποτελεί αναπόσπαστη διάσταση κάθε κοινωνίας, καθώς η παραγωγή και η κατανομή των υλικών μέσων της ζωής είναι αναγκαίες για την αναπαραγωγή της. Το ζήτημα τίθεται όταν το οικονομικό παύει να λειτουργεί ως μία διάσταση ανάμεσα σε άλλες και τείνει να επιβάλλεται ως το γενικό μέτρο με το οποίο αξιολογούνται οι υπόλοιπες. Αυτό που παρατηρούμε δεν είναι απλώς η αυξανόμενη παρουσία του χρήματος σε περισσότερες περιοχές της καθημερινότητας αλλά η τάση του κοινωνικού να νοείται μέσα από το οικονομικό. Η εκπαίδευση ερμηνεύεται ως επένδυση, η γνώση ως κεφάλαιο, ο χρόνος ως πόρος προς αξιοποίηση, η εργασία ως απόδοση, η πολιτιστική δραστηριότητα ως προϊόν που πρέπει να εξασφαλίσει κοινό και έσοδα. Ακόμη και θεσμοί που διαμορφώθηκαν για την εξυπηρέτηση σκοπών διαφορετικών από την οικονομική αποδοτικότητα καλούνται να δικαιολογήσουν την ύπαρξή τους με όρους μετρήσιμου αποτελέσματος, ανταγωνιστικότητας και ανταπόδοσης.
Η διαδικασία αυτή δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι κάθε κοινωνική δραστηριότητα μετατρέπεται κυριολεκτικά σε εμπόρευμα ή ότι κάθε ανθρώπινη σχέση υποκινείται από το οικονομικό συμφέρον. Σημαίνει ότι τα κριτήρια της οικονομικής αποτίμησης επεκτείνονται σε πεδία που διαθέτουν δικές τους αξίες και εσωτερικούς σκοπούς. Το κοινωνικό δεν παύει να είναι σύνθετο. Τείνει όμως να γίνεται κατανοητό μέσα από ένα περιορισμένο σύστημα κριτηρίων. Η αξία μιας δραστηριότητας συνδέεται όλο και περισσότερο με την απόδοσή της, η σημασία μιας γνώσης με τη δυνατότητα αξιοποίησής της, η επιτυχία ενός ανθρώπου με τη θέση του σε μηχανισμούς ανταγωνισμού και αναγνώρισης.
Μια ερώτηση που διατύπωσε ένας νέος άνθρωπος μπορεί να συμπυκνώσει αυτή την εμπειρία: Υπάρχει κάτι που μπορούμε να κάνουμε χωρίς να χρειάζεται χρήματα; Η ερώτηση δεν υποδηλώνει απλώς τη διαπίστωση ότι η καθημερινή ζωή έχει κόστος. Εκφράζει την αίσθηση ότι το χρήμα έχει καταστεί προϋπόθεση σχεδόν κάθε δυνατότητας. Για να συναντηθούν οι άνθρωποι χρειάζονται συχνά μετακίνηση και χώρο. Για να δημιουργήσουν χρειάζονται υλικά, εξοπλισμό και χρόνο. Για να συμμετάσχουν στην πολιτιστική ζωή χρειάζονται πρόσβαση σε θεσμούς και υποδομές. Ακόμη και δραστηριότητες που προσφέρονται δωρεάν εξαρτώνται συχνά από πόρους που έχουν παραχθεί, συντηρηθεί ή κατανεμηθεί μέσω οικονομικών μηχανισμών. Η φιλία, η αλληλεγγύη, ο έρωτας, η γνώση και η δημιουργία δεν ανάγονται στο χρήμα, αλλά η δυνατότητα να εκδηλωθούν και να αποκτήσουν διάρκεια εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από τις υλικές συνθήκες της κοινωνικής ζωής. Η διαφορά ανάμεσα στον σκοπό μιας πράξης και στις προϋποθέσεις πραγματοποίησής της επιτρέπει να κατανοήσουμε το πρόβλημα χωρίς να καταλήξουμε σε έναν οικονομικό αναγωγισμό. Το χρήμα δεν χρειάζεται να αποτελεί το κίνητρο μιας πράξης για να επηρεάζει αποφασιστικά τη δυνατότητα πραγματοποίησής της. Η ισχύς του μπορεί να βρίσκεται ακριβώς στο γεγονός ότι παρεμβάλλεται ανάμεσα στην επιθυμία και στην πραγμάτωσή της, ανάμεσα σε μια συλλογική ανάγκη και στα μέσα που απαιτούνται για την ικανοποίησή της.
Στον Μαρξ μπορούμε να αναζητήσουμε ένα από τα βασικότερα θεωρητικά εργαλεία για την κατανόηση αυτής της αντιστροφής. Το χρήμα και το κεφάλαιο δεν αποτελούν απλώς αντικείμενα που χρησιμοποιούν οι άνθρωποι για να εξυπηρετήσουν προϋπάρχουσες ανάγκες. Εντάσσονται σε κοινωνικές σχέσεις οι οποίες αποκτούν αντικειμενική ισχύ και επιβάλλουν συγκεκριμένους όρους στους ίδιους τους φορείς τους. Στην κίνηση του κεφαλαίου, το χρήμα προκαταβάλλεται με σκοπό να επιστρέψει ως μεγαλύτερη χρηματική αξία: Χ–Ε–Χ′. Η κίνηση δεν αποβλέπει πρωτίστως στην απόκτηση ενός συγκεκριμένου αγαθού για την ικανοποίηση μιας ανάγκης, αλλά στην αξιοποίηση της αξίας και στην επαύξησή της. Η διατήρηση και η επέκταση του κεφαλαίου αποκτούν έτσι χαρακτήρα επιτακτικής αναγκαιότητας για όσους συμμετέχουν στους μηχανισμούς του ανταγωνισμού. Χρειάζεται βέβαια να διακρίνουμε το χρήμα από το κεφάλαιο. Το χρήμα μπορεί να λειτουργεί ως μέσο ανταλλαγής, πληρωμής ή αποθήκευσης αξίας χωρίς κάθε χρήση του να αποτελεί κίνηση κεφαλαίου. Το κεφάλαιο προσδιορίζεται από τη λειτουργία του μέσα στη διαδικασία αξιοποίησης της αξίας. Η διάκριση δεν αποδυναμώνει τη διαπίστωση για την αυξανόμενη κοινωνική ισχύ του χρήματος αλλά επιτρέπει να την κατανοήσουμε ακριβέστερα. Η ισχύς του δεν αποτελεί φυσική ιδιότητα ενός πράγματος αλλά αποτέλεσμα των κοινωνικών σχέσεων παραγωγής, ιδιοκτησίας, εργασίας και ανταλλαγής μέσα στις οποίες εντάσσεται.
Η ανάλυση του φετιχισμού του εμπορεύματος στον Μαρξ φωτίζει μία σημαίνουσα πλευρά του προβλήματος. Οι κοινωνικές σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους εμφανίζονται ως σχέσεις ανάμεσα σε πράγματα, ενώ οι μορφές που οι ίδιοι δημιουργούν αποκτούν απέναντί τους την όψη μιας ανεξάρτητης πραγματικότητας. Οι ιστορικά διαμορφωμένες κοινωνικές σχέσεις εμφανίζονται σαν να υπακούουν σε νόμους εξωτερικούς προς την ανθρώπινη δραστηριότητα. Οι άνθρωποι καλούνται να προσαρμοστούν σε μηχανισμούς που έχουν παραχθεί μέσα από συγκεκριμένες κοινωνικές πρακτικές, αλλά η λειτουργία τους μοιάζει να επιβάλλεται ανεξάρτητα από τις επιλογές και τις προθέσεις τους. Η κοινωνική δημιουργία εμφανίζεται έτσι αποσπασμένη από τους δημιουργούς της. Η αυτονόμηση αυτή δεν σημαίνει ότι το χρήμα αποκτά κυριολεκτικά δική του βούληση αλλά ότι οι κοινωνικές σχέσεις οργανώνονται με τέτοιον τρόπο ώστε οι επιταγές τους να βιώνονται ως αντικειμενικοί καταναγκασμοί. Μια επιχείρηση μπορεί να περιορίζει μισθούς ή να εγκαταλείπει μια δραστηριότητα όχι επειδή οι συγκεκριμένοι άνθρωποι επιθυμούν αναγκαστικά αυτές τις συνέπειες, αλλά επειδή η θέση τους μέσα στον ανταγωνισμό τούς ωθεί σε επιλογές που υπαγορεύονται από την ανάγκη διατήρησης της οικονομικής τους λειτουργίας. Αντίστοιχα, ένας δημόσιος θεσμός μπορεί να εγκαταλείπει σκοπούς που δεν αποδίδονται εύκολα σε αριθμητικούς δείκτες, επειδή καλείται να αποδείξει την αποτελεσματικότητά του με κριτήρια που δεν εξαντλούν την κοινωνική του αποστολή. Η οικονομική λογική αποκτά δύναμη όχι μόνο μέσα από τις αποφάσεις συγκεκριμένων φορέων, αλλά και μέσω των δομικών περιορισμών που διαμορφώνουν το πεδίο των διαθέσιμων επιλογών.
Ο Πιερ Μπουρντιέ επιτρέπει να εξετάσουμε πώς αυτή η ισχύς αναπαράγεται μέσα στην κοινωνική ζωή και μετατρέπεται σε διαφορές αναγνώρισης, κύρους και δυνατότητας δράσης. Η διάκριση ανάμεσα στο οικονομικό, το πολιτισμικό, το κοινωνικό και το συμβολικό κεφάλαιο δείχνει ότι η κοινωνική κυριαρχία δεν ασκείται αποκλειστικά μέσω της άμεσης κατοχής χρήματος. Οι οικονομικοί πόροι μπορούν να μετατρέπονται σε εκπαιδευτικά πλεονεκτήματα, κοινωνικές διασυνδέσεις και πολιτισμική αναγνώριση, ενώ οι μορφές αυτές κεφαλαίου μπορούν, με τη σειρά τους, να ενισχύουν τη θέση των φορέων τους. Η ανισότητα δεν αναπαράγεται μόνο με την άνιση κατανομή των πόρων, αλλά και μέσω των θεσμών και των κατηγοριών αντίληψης που καθιστούν τις διαφορές αυτές κοινωνικά αναγνωρίσιμες και συχνά φαινομενικά δικαιολογημένες. Η επιτυχία μπορεί να παρουσιάζεται ως αποκλειστικό αποτέλεσμα ατομικής ικανότητας, ενώ οι κοινωνικές συνθήκες που την ευνοούν παραμένουν αόρατες. Η αποτυχία μπορεί να ερμηνεύεται ως προσωπική ανεπάρκεια, ακόμη και όταν συνδέεται με άνισες αφετηρίες και περιορισμένη πρόσβαση σε μέσα και ευκαιρίες. Με αυτόν τον τρόπο, η οικονομική ανισότητα δεν περιορίζει μόνο τις πραγματικές δυνατότητες των ανθρώπων. Επηρεάζει και τα κριτήρια με τα οποία οι ίδιοι ερμηνεύουν τη θέση τους και αξιολογούν τους άλλους. Η οικονομική ισχύς μπορεί να μετατρέπεται σε συμβολική ισχύ, επηρεάζοντας το τι θεωρείται επιτυχία, ικανότητα ή κοινωνική αξία. Αυτό δεν σημαίνει ότι η τέχνη, η εκπαίδευση, η επιστήμη και η πολιτική αποτελούν απλώς προεκτάσεις της οικονομίας. Οι επιμέρους κοινωνικοί χώροι διαθέτουν δική τους ιστορία, κανόνες και μορφές σχετικής αυτονομίας. Η οικονομική πίεση μπορεί να τους επηρεάζει χωρίς να καθορίζει μηχανικά κάθε λειτουργία τους. Η τέχνη μπορεί να αναπτύσσεται με βάση αισθητικά κριτήρια και συγχρόνως να εξαρτάται από χρηματοδοτήσεις, αγορές και μηχανισμούς προβολής. Η επιστήμη μπορεί να υπηρετεί την αναζήτηση της γνώσης και συγχρόνως να οργανώνεται υπό την πίεση της ανταγωνιστικής αξιολόγησης και της παραγωγής μετρήσιμων αποτελεσμάτων. Η ένταση ανάμεσα στους εσωτερικούς σκοπούς μιας δραστηριότητας και στις εξωτερικές οικονομικές απαιτήσεις της αποτελεί μέρος του προβλήματος. Το ζήτημα είναι πότε και σε ποιον βαθμό οι δεύτερες περιορίζουν τη δυνατότητα των πρώτων να καθορίζουν την πορεία της.
Στο σημείο αυτό η σκέψη του Κορνήλιου Καστοριάδη εισάγει μια διαφορετική διάσταση. Η κοινωνία δεν είναι απλώς ένα σύνολο σχέσεων που αναπαράγεται μέσα από δεδομένους μηχανισμούς. Είναι επίσης δημιουργός θεσμών, σημασιών και μορφών ζωής. Η αυτονομία, στο καστοριαδικό πλαίσιο, συνδέεται με τη δυνατότητα μιας κοινωνίας να αναγνωρίζει τους θεσμούς της ως δικές της δημιουργίες, να εξετάζει τις προϋποθέσεις τους και να τους θέτει υπό αμφισβήτηση. Η ετερονομία εμφανίζεται όταν οι κοινωνικές δημιουργίες αντιμετωπίζονται ως εξωτερικές, αμετάβλητες αναγκαιότητες, όταν οι άνθρωποι παύουν να αναγνωρίζουν τη δυνατότητά τους να παρέμβουν στους όρους που οργανώνουν την κοινή τους ζωή.
Η οικονομική αναγκαιότητα μπορεί να λειτουργήσει ως τέτοια μορφή ετερονομίας. Οι απαιτήσεις της αγοράς, της ανταγωνιστικότητας και της ανάπτυξης παρουσιάζονται συχνά σαν φυσικοί νόμοι, ανεξάρτητοι από τους θεσμούς, τις πολιτικές αποφάσεις και τις κοινωνικές επιλογές που τους στηρίζουν. Οι περιορισμοί που προκύπτουν είναι πραγματικοί, αλλά η πραγματικότητά τους δεν τους καθιστά ιστορικά αιώνιους ούτε αποκλείει τη δυνατότητα συλλογικής αμφισβήτησής τους. Η διάκριση ανάμεσα σε έναν υπαρκτό καταναγκασμό και στην αποδοχή του ως αναπόδραστου αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για να κατανοήσουμε τι σημαίνει κοινωνική αυτονομία.
Από διαφορετική αφετηρία, ο Μπρουνό Λατούρ μάς καλεί να μην αντιμετωπίζουμε την κοινωνία ως μια έτοιμη και ενιαία οντότητα που εξηγεί από μόνη της όσα συμβαίνουν στο εσωτερικό της. Χρειάζεται να παρακολουθούμε τις συγκεκριμένες συνδέσεις, τις διαμεσολαβήσεις και τις ετερογενείς συναρθρώσεις μέσα από τις οποίες συγκροτούνται τα συλλογικά φαινόμενα. Οι οικονομικές σχέσεις υλοποιούνται μέσα από θεσμούς, συμβάσεις, τεχνολογίες, υποδομές, συστήματα υπολογισμού και πρακτικές που συνδέουν ανθρώπους και μη ανθρώπινους παράγοντες. Η οπτική αυτή δεν καταργεί τις έννοιες της εξουσίας ή της ανισότητας. Απαιτεί να δείξουμε με ποιες συγκεκριμένες διαδρομές αποκτούν πρακτική ισχύ και πώς αναπαράγονται μέσα από δίκτυα σχέσεων και υλικών διαμεσολαβήσεων.
Οι παραπάνω προσεγγίσεις δεν ταυτίζονται. Ο Μαρξ αναλύει τις κοινωνικές σχέσεις που συγκροτούν την κίνηση του κεφαλαίου και την αντικειμενική ισχύ των οικονομικών μορφών. Ο Μπουρντιέ εξετάζει την αναπαραγωγή της κυριαρχίας και τη συμβολική νομιμοποίηση των ανισοτήτων. Ο Καστοριάδης θέτει το ζήτημα της κοινωνικής θέσμισης και της αυτονομίας. Ο Λατούρ στρέφει την προσοχή στις συγκεκριμένες συνδέσεις και διαμεσολαβήσεις μέσα από τις οποίες συγκροτούνται οι συλλογικές πραγματικότητες. Η χρησιμότητά τους δεν βρίσκεται σε μια τεχνητή σύνθεση, αλλά στη δυνατότητα να φωτίσουν διαφορετικές πλευρές του ίδιου προβλήματος: πώς οι κοινωνικές σχέσεις παράγουν μορφές οργάνωσης που μπορούν να αποκτήσουν εξουσία πάνω στους δημιουργούς τους.
Το αρχικό ερώτημα επιστρέφει, επομένως, με διαφορετικό περιεχόμενο. Δεν αφορά την κυριολεκτική ύπαρξη ενός κοινωνικού συνόλου, αλλά τη δυνατότητα να αναγνωρίσουμε την κοινωνία ως κοινό πεδίο δημιουργίας και αυτοκαθορισμού, πέρα από τους μηχανισμούς που εξασφαλίζουν την αναπαραγωγή της. Η κοινωνία μπορεί να εξακολουθεί να παράγει σχέσεις, θεσμούς και σημασίες, ενώ οι όροι της ζωής της οργανώνονται από δυνάμεις που εμφανίζονται ως ανεξάρτητες από τη συλλογική της βούληση. Μπορεί να είναι πυκνά συνδεδεμένη και συγχρόνως πολιτικά αδύναμη ως προς τη δυνατότητα να αποφασίζει για τους σκοπούς της.
Η αυτονόμηση του χρήματος δεν συνιστά την εξαφάνιση της κοινωνίας, αλλά μια ιστορικά διαμορφωμένη σχέση μέσα στην οποία η κοινωνική δημιουργία τείνει να κυριαρχείται από τις μορφές που η ίδια παράγει. Η κοινωνία εξακολουθεί να δημιουργεί το οικονομικό περιβάλλον που οργανώνει τη ζωή της, αλλά η δημιουργική της δύναμη δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε συλλογική εξουσία πάνω στους όρους της ύπαρξής της. Το χρήμα δεν χρειάζεται να αποτελεί το κίνητρο κάθε πράξης για να γίνεται το γενικό μέτρο των δυνατοτήτων της και ο όρος πρόσβασης σε μεγάλο μέρος των μέσων πραγμάτωσής της.
Ίσως τελικά το ερώτημα που πρέπει να θέσουμε δεν είναι αν υπάρχει κοινωνία, αλλά τι είναι κοινωνία σήμερα, όταν το κοινωνικό τείνει να νοείται ως οικονομικό. Όταν οι ανθρώπινες σχέσεις αξιολογούνται με όρους απόδοσης, οι θεσμοί καλούνται να δικαιολογήσουν την ύπαρξή τους μέσω της οικονομικής αποτελεσματικότητας και οι δυνατότητες της συλλογικής ζωής εξαρτώνται ολοένα περισσότερο από μηχανισμούς που οι ίδιοι οι άνθρωποι δυσκολεύονται να ελέγξουν. Το κοινωνικό δεν έχει εξαφανιστεί ούτε έχει εξαντληθεί στο οικονομικό. Η ιδιαιτερότητά του όμως απειλείται κάθε φορά που οι αξίες, οι σκοποί και οι μορφές δημιουργίας του αναγνωρίζονται μόνο στον βαθμό που μπορούν να μεταφραστούν σε οικονομικούς όρους.
Αν στο βάθος όλων των πραγμάτων βρίσκεται πλέον το χρήμα, τότε η δυσκολία δεν αφορά μόνο την έκταση της επιρροής του. Αφορά τη δυνατότητα της κοινωνίας να αναγνωρίσει ότι η ισχύς του δεν προέρχεται από κάποια φυσική ιδιότητα, αλλά από τις σχέσεις που η ίδια δημιουργεί και αναπαράγει. Το χρήμα αποτελεί κοινωνική δημιουργία, μπορεί όμως να εμφανίζεται σαν να προηγείται κάθε κοινωνικής δημιουργίας και να καθορίζει εκ των προτέρων τα όριά της. Η κοινωνία υπάρχει λοιπόν ως πεδίο σχέσεων και συλλογικής παραγωγής του κόσμου. Το αν μπορεί να υπάρχει και ως συνειδητός δημιουργός των όρων της ζωής της παραμένει ανοιχτό ζήτημα.
