11 Οκτωβρίου 2026

ΙΙΙ. Υπάρχει κοινωνία;

 Δοκίμιο αρ. 240



Φερνάν Λεζέ, Η Πόλη, 1919 (λάδι σε καμβά, 231.1×298.4).


Το ερώτημα αν υπάρχει κοινωνία επανέρχεται σήμερα με μια οξύτητα που δεν οφείλεται απλώς στην αποδυνάμωση των παραδοσιακών μορφών συλλογικότητας ή στην κρίση των πολιτικών θεσμών. Εκείνο που καθιστά το ερώτημα περισσότερο σύνθετο είναι η αυξανόμενη απόσταση ανάμεσα στην πραγματική αλληλεξάρτηση των ανθρώπων και στη δυνατότητά τους να αναγνωρίσουν αυτή την αλληλεξάρτηση ως κοινό πεδίο εμπειρίας, ευθύνης και δράσης. Οι ζωές μας οργανώνονται μέσα από δίκτυα οικονομικών συναλλαγών, τεχνολογικών υποδομών, πληροφοριακών συστημάτων, θεσμικών ρυθμίσεων και περιβαλλοντικών συνθηκών, των οποίων η λειτουργία υπερβαίνει συχνά την κατανόηση και τον έλεγχο οποιουδήποτε μεμονωμένου υποκειμένου. Η κοινωνική συνύπαρξη δεν έχει πάψει να υφίσταται. Το πρόβλημα είναι εάν η πυκνότητα των σχέσεων που καθιστούν δυνατή τη σύγχρονη ζωή αντιστοιχεί σε μια ανάλογη δυνατότητα συγκρότησης κοινού κόσμου.

Η σκέψη του Μπρούνο Λατούρ προσφέρει μια διαφορετική αφετηρία για τη διερεύνηση αυτού του προβλήματος. Στην προσέγγιση της Θεωρίας του Δρώντος-Δικτύου (ΑΝΤ), η κοινωνία δεν αντιμετωπίζεται ως μια ήδη συγκροτημένη πραγματικότητα, η οποία βρίσκεται πίσω από τις επιμέρους σχέσεις και τις εξηγεί. Η ίδια η έννοια του κοινωνικού χρειάζεται να επανεξεταστεί. Αντί να θεωρούμε ότι υπάρχει μια αυτοτελής κοινωνική ουσία, ικανή να καθορίζει εκ των προτέρων τη συμπεριφορά των ανθρώπων, καλούμαστε να παρακολουθήσουμε τις συνδέσεις, τις μεταφράσεις, τις διαμεσολαβήσεις και τις συναρμογές μέσα από τις οποίες συγκροτούνται συγκεκριμένες συλλογικότητες. Το κοινωνικό δεν προηγείται κατ’ ανάγκην των σχέσεων ως μια ανεξάρτητη δύναμη. Αναδύεται μέσα από την ανάπτυξη και τη σταθεροποίησή τους.

Η πρόταση αυτή δεν αποτελεί απλώς μια διαφορετική ορολογία για ένα ήδη γνωστό αντικείμενο. Μεταβάλλει την κατεύθυνση της έρευνας. Αντί να αναζητούμε πίσω από κάθε φαινόμενο την επίδραση της κοινωνίας ως γενικής αιτίας, εξετάζουμε πώς συγκροτείται εκείνο που ονομάζουμε κοινωνικό μέσα από συγκεκριμένες ενώσεις ανθρώπων, αντικειμένων, τεχνολογιών, κανόνων, οργανισμών και υλικών υποδομών. Η κοινωνική πραγματικότητα δεν εξαντλείται στις προθέσεις των ανθρώπινων υποκειμένων ούτε μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στις μεταξύ τους σχέσεις. Η διαμόρφωσή της περιλαμβάνει παράγοντες που, μολονότι δεν διαθέτουν ανθρώπινη συνείδηση ή πρόθεση, επηρεάζουν ουσιαστικά την έκβαση των ενεργειών και το πεδίο των διαθέσιμων δυνατοτήτων.

Ένα πληροφοριακό σύστημα, για παράδειγμα, δεν αποτελεί ουδέτερο εργαλείο που εκτελεί τις αποφάσεις εκείνων που το χρησιμοποιούν. Ο τρόπος με τον οποίο ταξινομεί τις πληροφορίες, ιεραρχεί τις επιλογές, αποκλείει ορισμένες δυνατότητες ή καθιστά άλλες περισσότερο προσβάσιμες συμμετέχει στη διαμόρφωση της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Αντίστοιχα, μια διοικητική διαδικασία δεν περιορίζεται στην καταγραφή μιας προϋπάρχουσας πραγματικότητας. Οι κατηγορίες, τα έγγραφα, οι προθεσμίες και οι τεχνικές προϋποθέσεις της μπορούν να καθορίσουν ποιος αναγνωρίζεται ως δικαιούχος, ποιος αποκλείεται και ποια ανάγκη καθίσταται θεσμικά υπαρκτή. Η υλικότητα των σχέσεων δεν βρίσκεται έξω από το κοινωνικό αλλά συμμετέχει στην οργάνωσή του.

Αυτή η διεύρυνση του πεδίου του κοινωνικού αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια εποχή κατά την οποία οι ανθρώπινες σχέσεις διαμεσολαβούνται όλο και περισσότερο από ψηφιακές πλατφόρμες, αλγορίθμους και αυτοματοποιημένα συστήματα. Η επικοινωνία πολλαπλασιάζεται, οι πληροφορίες κυκλοφορούν με πρωτοφανή ταχύτητα και η δυνατότητα σύνδεσης με ανθρώπους σε μεγάλη απόσταση φαίνεται σχεδόν απεριόριστη. Ωστόσο, η τεχνική δυνατότητα επικοινωνίας δεν ταυτίζεται με τη συγκρότηση κοινωνικού δεσμού. Η ανταλλαγή μηνυμάτων δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην αμοιβαία κατανόηση, η συμμετοχή σε ένα ψηφιακό δίκτυο δεν ισοδυναμεί με συμμετοχή σε μια συλλογική απόφαση και η έκθεση σε κοινές πληροφορίες δεν παράγει αυτομάτως κοινή αντίληψη των προβλημάτων. Η διάκριση αυτή δεν δικαιολογεί βέβαια την εξιδανίκευση ενός παρελθόντος άμεσης και αυθεντικής κοινωνικότητας. Οι ανθρώπινες σχέσεις υπήρξαν πάντοτε διαμεσολαβημένες από τη γλώσσα, τους θεσμούς, τις θρησκευτικές παραστάσεις, το χρήμα, τις τεχνικές, τις μορφές κατοίκησης και τα μέσα επικοινωνίας. Δεν υπάρχει μια ιστορικά αμόλυντη κοινωνικότητα, την οποία η τεχνολογία ήρθε a posteriori να αλλοιώσει. Το ζήτημα δεν είναι η ύπαρξη της διαμεσολάβησης καθαυτή, αλλά ο τρόπος με τον οποίο οργανώνεται, ποιος καθορίζει τους όρους της και ποιες δυνατότητες αφήνει στους ανθρώπους να παρέμβουν στη λειτουργία της.

Στο σημείο αυτό η προβληματική του Ζαν Μποντριγιάρ συναντά, χωρίς να ταυτίζεται με αυτήν, τη σκέψη του Λατούρ. Ο πρώτος διερεύνησε τις συνθήκες υπό τις οποίες τα σημεία, οι κώδικες και οι αναπαραστάσεις αποδεσμεύονται από μια σταθερή αναφορά στην πραγματικότητα και συγκροτούν μια τάξη προσομοίωσης. Ο δεύτερος στρέφει την προσοχή στις συγκεκριμένες συνδέσεις και στις υλικές διαμεσολαβήσεις που καθιστούν δυνατή τη συγκρότηση των συλλογικοτήτων. Η μία προσέγγιση θέτει με ιδιαίτερη ένταση το πρόβλημα της αυτονόμησης της σημειακής τάξης, η άλλη μας υποχρεώνει να εξετάσουμε πώς οι τεχνικές και υλικές διατάξεις συμμετέχουν στην παραγωγή εκείνης της πραγματικότητας μέσα στην οποία κυκλοφορούν τα σημεία.

Η συσχέτιση των δύο προσεγγίσεων επιτρέπει να αποφύγουμε μια εύκολη διάκριση ανάμεσα σε έναν δήθεν πραγματικό κόσμο και σε ένα ψηφιακό σύμπαν που τον υποκαθιστά. Οι ψηφιακές αναπαραστάσεις δεν αιωρούνται έξω από την υλική ζωή. Συνδέονται με εταιρικές υποδομές, οικονομικά συμφέροντα, ανθρώπινη εργασία, ενεργειακή κατανάλωση, συστήματα επιτήρησης και μηχανισμούς κατανομής της προσοχής. Η εικόνα μπορεί να αποκτά αυτονομία ως προς εκείνο που αναπαριστά, αλλά η παραγωγή και η κυκλοφορία της προϋποθέτουν υλικές διαδικασίες και δημιουργούν συγκεκριμένα αποτελέσματα. Η υπερτροφία του συμβολικού δεν συνεπάγεται την εξαφάνιση της υλικότητας. Μπορεί, αντίθετα, να αποκρύπτει τους υλικούς όρους που καθιστούν δυνατή τη λειτουργία της.

Εδώ επανερχόμαστε στον Κορνήλιο Καστοριάδη, με έναν διαφορετικό προβληματισμό. Η κοινωνία δεν συγκροτείται χωρίς θεσμούς και κοινωνικές φαντασιακές σημασίες. Η γλώσσα, οι κανόνες, οι αξίες και οι συλλογικές παραστάσεις δεν αποτελούν εξωτερικά περιβλήματα μιας ήδη ολοκληρωμένης ανθρώπινης ύπαρξης. Είναι όροι μέσα από τους οποίους ο κοινωνικός κόσμος αποκτά μορφή και νόημα. Η αναλογία της κοινωνίας με τη γλώσσα αναδεικνύει ακριβώς αυτή την αδυναμία να αποσπάσουμε την ανθρώπινη ύπαρξη από τις σημασίες μέσα στις οποίες καθίσταται κατανοητή. Όπως δεν μπορούμε να αναζητήσουμε τη σκέψη σε μια καθαρή κατάσταση έξω από κάθε γλώσσα, έτσι δεν μπορούμε να ανασυστήσουμε την κοινωνία αφαιρώντας από αυτήν κάθε θεσμική και συμβολική διαμεσολάβηση. Ωστόσο, η αναγκαιότητα των θεσμών δεν σημαίνει ότι οι υφιστάμενες μορφές τους είναι αναπόδραστες. Η καστοριαδική έννοια της αυτονομίας παραπέμπει στη δυνατότητα μιας κοινωνίας να αναγνωρίζει τους θεσμούς της ως δικές της δημιουργίες και να θέτει συνειδητά υπό αμφισβήτηση τους κανόνες που οργανώνουν τη ζωή της. Η ετερονομία δεν συνίσταται απλώς στην ύπαρξη περιορισμών, αλλά στην απόκρυψη του κοινωνικού χαρακτήρα της θέσμισης και στην αντιμετώπιση των θεσμών ως δυνάμεων που δεν υπόκεινται σε συλλογική αμφισβήτηση και μετασχηματισμό.

Από αυτή την άποψη, η τεχνολογική διαμεσολάβηση θέτει ένα πρόβλημα που υπερβαίνει την αντίθεση ανάμεσα στην ανθρώπινη ελευθερία και στη μηχανική λειτουργία. Όταν οι όροι της επικοινωνίας, της εργασίας, της ενημέρωσης ή της πρόσβασης σε υπηρεσίες καθορίζονται από συστήματα των οποίων η λειτουργία είναι αδιαφανής για τους περισσότερους χρήστες, η εξάρτηση αποκτά μια ιδιαίτερη μορφή. Οι άνθρωποι συμμετέχουν στα δίκτυα, τροφοδοτούν τη λειτουργία τους και επηρεάζονται από τις αποφάσεις τους, χωρίς να διαθέτουν αναγκαστικά τα μέσα να κατανοήσουν ή να μεταβάλουν τους κανόνες που τα διέπουν. Το δημιούργημα εμφανίζεται τότε ως εξωτερική αναγκαιότητα, ακόμη κι όταν η λειτουργία του εξαρτάται από ανθρώπινες αποφάσεις, θεσμικές επιλογές και συγκεκριμένες σχέσεις ισχύος.

Η συμβολή του Λατούρ μάς προφυλάσσει από την απόδοση αυτής της κατάστασης σε μια αφηρημένη, παντοδύναμη κοινωνία ή σε ένα ενιαίο σύστημα που εξηγεί τα πάντα. Η διερεύνηση των δικτύων απαιτεί να εντοπίσουμε τις συγκεκριμένες συνδέσεις, τις μεταβιβάσεις ισχύος, τις τεχνικές επιλογές και τις μορφές εξάρτησης που παράγουν ένα αποτέλεσμα. Ταυτόχρονα, η αναγνώριση της δράσης μη ανθρώπινων παραγόντων δεν σημαίνει ότι αυτοί διαθέτουν την ίδια πρόθεση ή φέρουν την ίδια ηθική και πολιτική ευθύνη με τους ανθρώπους και τους οργανισμούς που σχεδιάζουν, ελέγχουν ή αξιοποιούν τα συστήματα. Ένας αλγόριθμος μπορεί να μεταβάλλει αποφασιστικά την έκβαση μιας διαδικασίας, αλλά αυτό δεν καταργεί την ανάγκη να διερευνηθούν οι θεσμικές και οικονομικές επιλογές που καθόρισαν τη λειτουργία του. Η διάκριση αυτή είναι καθοριστική και για την κατανόηση των υλικών συνεπειών της κρίσης του κοινωνικού. Η φτώχεια, η επισφάλεια, ο πόλεμος και η οικολογική καταστροφή δεν αποτελούν απλώς περιεχόμενα μιας επικοινωνιακής ροής. Παράγουν πόνο, απώλειες, εκτοπισμούς και καταστροφή των όρων ζωής. Οι αιτίες τους διατρέχουν δίκτυα οικονομικών αποφάσεων, πολιτικών θεσμών, τεχνολογικών δυνατοτήτων, ενεργειακών συστημάτων και διεθνών εξαρτήσεων. Η έκταση και η πολυπλοκότητα αυτών των δικτύων δυσχεραίνουν συχνά τον εντοπισμό της ευθύνης, χωρίς να την εξαφανίζουν. Η διάχυση της αιτιότητας δεν πρέπει να μετατρέπεται σε διάχυση της ευθύνης μέχρι την τελική της εξαΰλωση.

Εδώ αναδύεται η τραγική αντίφαση της σύγχρονης συνθήκης. Οι άνθρωποι εξαρτώνται όλο και περισσότερο από διαδικασίες που υπερβαίνουν τον ατομικό τους έλεγχο, ενώ η δυνατότητα να αναγνωρίσουν την κοινότητα των όρων της ζωής τους και να οργανώσουν μια συλλογική παρέμβαση παραμένει αβέβαιη. Μια καταστροφή μπορεί να μεταδοθεί σε πραγματικό χρόνο σε εκατομμύρια οθόνες, χωρίς η κοινή θέαση να μετατραπεί αναγκαστικά σε κοινή δράση. Μια κοινωνική αδικία μπορεί να γίνει ορατή σε πρωτοφανή κλίμακα, χωρίς να αποκτήσει την πολιτική ισχύ που θα επέτρεπε την αντιμετώπισή της. Η κυκλοφορία της πληροφορίας και η αναγνωρισιμότητα ενός γεγονότος δεν εξασφαλίζουν από μόνες τους τη συγκρότηση μιας συλλογικής βούλησης.

Θα ήταν εξίσου παραπλανητικό να θεωρήσουμε ότι η ψηφιακή διαμεσολάβηση παράγει αναγκαστικά απομόνωση ή ότι κάθε συλλογική δράση προϋποθέτει την υπέρβαση της τεχνολογίας. Τα ίδια δίκτυα μπορούν να διευκολύνουν την οργάνωση, να αποκαλύπτουν αποκλεισμούς, να συνδέουν απομακρυσμένες εμπειρίες και να δημιουργούν νέες μορφές αλληλεγγύης. Το αποτέλεσμα δεν καθορίζεται από την τεχνολογία ως αφηρημένη δύναμη, αλλά από τη συγκεκριμένη διάταξη των σχέσεων, τους όρους πρόσβασης, τις δυνατότητες συμμετοχής και τον βαθμό στον οποίο οι άνθρωποι μπορούν να επηρεάζουν τη λειτουργία των μέσων που χρησιμοποιούν. Το κεντρικό ζήτημα δεν είναι αν τα δίκτυα είναι κοινωνικά ή αντικοινωνικά εκ φύσεως, αλλά ποιες μορφές κοινωνικότητας καθιστούν δυνατές και ποιες δυσχεραίνουν.

Επιστρέφουμε έτσι στο αρχικό ερώτημα χωρίς να μπορούμε να το περιορίσουμε σε μια απλή αρνητική ή θετική διαπίστωση. Αν κοινωνία σημαίνει το σύνολο των σχέσεων μέσα από τις οποίες οργανώνεται η κοινή ζωή, τότε η ύπαρξή της είναι αναμφισβήτητη, ακόμη κι όταν οι σχέσεις αυτές είναι άνισες, συγκρουσιακές ή αδιαφανείς. Αν, όμως, με τον όρο κοινωνία εννοούμε και τη δυνατότητα των ανθρώπων να αναγνωρίζουν τους κοινούς όρους της ύπαρξής τους, να αμφισβητούν τις θεσμισμένες μορφές τους και να παρεμβαίνουν στη διαμόρφωση του μέλλοντός τους, τότε το ερώτημα παραμένει ανοιχτό. Η ύπαρξη κοινωνικών σχέσεων δεν εγγυάται την ύπαρξη μιας κοινωνίας ικανής να στοχάζεται και να μετασχηματίζει τον εαυτό της.

Επομένως, η δυσκολία της εποχής μας βρίσκεται στην απόσταση ανάμεσα σε δύο διαστάσεις που συχνά θεωρούμε ταυτόσημες: αφενός την πραγματική πυκνότητα των σχέσεων και των αλληλεξαρτήσεων που οργανώνουν τη ζωή, αφετέρου τη δυνατότητα αυτών των σχέσεων να συγκροτούν έναν κοινό κόσμο, μέσα στον οποίο οι συνέπειες των πράξεων να γίνονται αντιληπτές ως κοινή υπόθεση και η ευθύνη να μπορεί να μετατρέπεται σε συλλογική παρέμβαση. Η κοινωνία μπορεί να είναι πανταχού παρούσα ως δίκτυο εξαρτήσεων και συγχρόνως να παραμένει δυσδιάκριτη ως κοινή πολιτική δυνατότητα.

Το ερώτημα αν υπάρχει κοινωνία λοιπόν δεν ζητά μόνο να διαπιστώσουμε τι έχει απομείνει από τις παραδοσιακές μορφές συλλογικότητας ούτε να αποφασίσουμε αν η ψηφιακή εποχή τις έχει αντικαταστήσει με μια προσομοίωσή τους. Μας καλεί να εξετάσουμε τη σχέση ανάμεσα στις μορφές που συγκροτούν τον κοινωνικό κόσμο και στη δυνατότητα των ανθρώπων να αναγνωρίζουν σε αυτές τη δική τους δημιουργική δύναμη. Αν οι θεσμοί, οι τεχνικές υποδομές και τα δίκτυα οργανώνουν όλο και περισσότερο τους όρους της κοινής ζωής, ποιος μπορεί να τους καθιστά αντικείμενο συλλογικής αμφισβήτησης; Και αν οι συνέπειες των αποφάσεων εξακολουθούν να πλήττουν πραγματικά σώματα και ζωές, με ποιον τρόπο μπορούν να πάψουν να βιώνονται ως μεμονωμένες μοίρες και να αναγνωριστούν ως κοινά προβλήματα;

Ίσως η κοινωνία δεν απουσιάζει. Ίσως εκείνο που διακυβεύεται είναι η δυνατότητά της να αναγνωρίσει τον εαυτό της στις σχέσεις που την συγκροτούν, στις σημασίες που δημιουργεί και στους μηχανισμούς που οργανώνουν την ύπαρξή της. Αν αυτό ισχύει, τότε η διερεύνηση του κοινωνικού δεν μπορεί να ολοκληρωθεί ούτε με την αναγγελία του θανάτου του ούτε με τη διαβεβαίωση ότι επιβιώνει σε κάθε μορφή σύνδεσης. Παραμένει ανοιχτή ανάμεσα σε δύο ενδεχόμενα: μια κοινωνία που αναπαράγει τις συνθήκες της χωρίς να μπορεί να τις θέσει συνειδητά υπό αμφισβήτηση και μια κοινωνία που κατορθώνει να μετατρέψει την επίγνωση της αλληλεξάρτησής της σε δυνατότητα συλλογικής αυτονομίας. Το αν και υπό ποίες προϋποθέσεις μπορεί να πραγματωθεί το δεύτερο ενδεχόμενο δεν αποτελεί δεδομένη κατάληξη της ιστορίας. Είναι μέρος του ίδιου του ερωτήματος.