Δοκίμιο αρ. 246
...η κοινωνία ζει τις σχέσεις της με τους θεσμούς της υπό τον τρόπο του φαντασιακού. Με άλλα λόγια: δεν αναγνωρίζει μέσα στο φαντασιακό των θεσμών το ίδιο της το έργο.
Κορνήλιος Καστοριάδης
Η κοινωνία δημιουργεί τον κόσμο της, αλλά αδυνατεί να αναγνωρίσει τον εαυτό της ως δημιουργό του. Θεσμίζει τους νόμους της, συγκροτεί τις αξίες της, παράγει τις σημασίες μέσα από τις οποίες κατανοεί την ύπαρξή της και οργανώνει τη συλλογική της ζωή. Ωστόσο, το έργο της εμφανίζεται ως κάτι που προϋπάρχει της ίδιας, ως μια τάξη που της επιβάλλεται και στην οποία οφείλει να υπακούει. Η δημιουργία αποσπάται από τον δημιουργό της και επιστρέφει ως εξωτερική αυθεντία.
Αυτή η αντιστροφή βρίσκεται στον πυρήνα της ετερονομίας, όπως την αναλύει ο Κορνήλιος Καστοριάδης. Το κοινωνικό φαντασιακό αποτελεί τη δημιουργική δύναμη μέσω της οποίας μια κοινωνία θεσμίζει τον κόσμο της, παράγοντας σημασίες που καθορίζουν τι θεωρεί αληθές, δίκαιο, φυσικό ή αναγκαίο. Η κοινωνία συγκροτεί τον κοινωνικό κόσμο μέσα από τις σημασίες που δημιουργεί. Η ετερονομία αρχίζει όταν η δημιουργία αυτή αποδίδεται σε μια πηγή έξω από την κοινωνία: στον Θεό, στη φύση, στη μοίρα ή στους υποτιθέμενους αμετάβλητους νόμους της ιστορίας. Οι θεσμοί εμφανίζονται τότε ως εκφράσεις μιας τάξης που υπερβαίνει την ανθρώπινη βούληση και προηγείται κάθε δυνατότητας αμφισβήτησής τους.
Η θρησκεία προσφέρει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ο άνθρωπος δημιουργεί τις σημασίες μέσα από τις οποίες φαντάζεται και νοηματοδοτεί το θείο, αλλά μέσα στο θρησκευτικό σύμπαν ο Θεός εμφανίζεται ως δημιουργός του ανθρώπου και θεμελιωτής της τάξης του κόσμου. Η σχέση αντιστρέφεται: το δημιούργημα αναγνωρίζεται ως δημιουργός, ενώ ο δημιουργός αδυνατεί να αναγνωρίσει τον εαυτό του στο δημιούργημά του. Η κοινωνία βιώνει τις σημασίες της ως αποκάλυψη μιας αλήθειας που την υπερβαίνει και προσδίδει στην ύπαρξή της ένα νόημα προϋπάρχον της ιστορίας της.
Ας σκεφτούμε το ερώτημα γιατί ο Θεός επέλεξε να στείλει τον Υιό του στη Γη πριν από περίπου δύο χιλιάδες χρόνια. Η συνήθης απάντηση ότι τότε είχε έρθει «το πλήρωμα του χρόνου» εντάσσει την επιλογή σε ένα σύστημα σημασιών που αποδίδει στην ιστορία θεϊκό σκοπό. Η συγκεκριμένη στιγμή αναγορεύεται σε εκπλήρωση ενός σχεδίου που υποτίθεται ότι προϋπήρχε της ανθρώπινης ιστορίας και της προσέδιδε εξαρχής κατεύθυνση. Το ερώτημα για την επιλογή της στιγμής απαντάται με την επίκληση του ίδιου του συστήματος που καθιστά την επιλογή αναγκαία. Για όποιον αμφισβητεί τις προϋποθέσεις του, η απάντηση παραμένει ένας ισχυρισμός, όχι θεμελίωση.
Το ζήτημα είναι διαφορετικό από την απλή απόρριψη μιας θρησκευτικής πεποίθησης ως ψευδούς επειδή μπορεί να εξεταστεί ως κοινωνική δημιουργία. Η διερεύνηση της προέλευσης μιας πεποίθησης, από μόνη της, αδυνατεί να κρίνει την αλήθεια του περιεχομένου της. Μπορεί, ωστόσο, να αποκαλύψει πώς μια ιστορικά συγκεκριμένη σημασία αποκτά καθολική ισχύ και πώς η ανθρώπινη δημιουργία εμφανίζεται ως υπακοή σε μια υπερβατική τάξη. Η ανάλυση στρέφεται έτσι όχι μόνο στο περιεχόμενο των πεποιθήσεων, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο αυτές αποκτούν το κύρος του αυτονόητου.
Εδώ το φαντασιακό συνδέεται με το άλλοθι. Όταν οι θεσμοί θεωρούνται θεόθεν δεδομένοι, φυσικοί ή ιστορικά αναπόφευκτοι, η κοινωνία μπορεί να επικαλείται την εξωτερική τους θεμελίωση για να αποφύγει την αναγνώρισή τους ως δικών της δημιουργιών. Η ιεραρχία εμφανίζεται ως φυσική τάξη, ο νόμος ως έκφραση μιας ανώτερης βούλησης, η κοινωνική ανισότητα ως αναπόφευκτη συνέπεια της ανθρώπινης φύσης. Η νομιμότητα μεταφέρεται από την ανθρώπινη κρίση σε μια αρχή που υποτίθεται ότι βρίσκεται πέρα από αυτήν. Η δυνατότητα αμφισβήτησης ενός θεσμού περιορίζεται ήδη από τη στιγμή που αυτός παύει να γίνεται αντιληπτός ως ανθρώπινο δημιούργημα.
Το δημιούργημα γίνεται άλλοθι του δημιουργού. Η κοινωνία επικαλείται ως εξωτερική αναγκαιότητα αυτό που η ίδια αναπαράγει και, μέσω αυτής της επίκλησης, μεταθέτει την ευθύνη για τον κόσμο της. Η μετάθεση αυτή μπορεί να λειτουργεί και χωρίς συνειδητή πρόθεση. Οι σημασίες και οι θεσμοί παραδίδονται στις επόμενες γενιές ως ήδη υπάρχοντες, η ιστορική τους δημιουργία υποχωρεί από τη συνείδηση, ενώ η ισχύς τους διατηρείται. Οι άνθρωποι μαθαίνουν να κατοικούν έναν θεσμισμένο κόσμο χωρίς να αναρωτιούνται πώς συγκροτήθηκε ή ποιες εναλλακτικές μορφές θα μπορούσε να λάβει.
Η ευθύνη, βέβαια, κατανέμεται άνισα. Κανείς δεν επιλέγει τον κόσμο μέσα στον οποίο γεννιέται, ούτε διαθέτουν όλοι την ίδια δυνατότητα να μεταβάλουν τους θεσμούς του. Η αναγνώριση της κοινωνικής δημιουργίας απέχει από την ιδέα ότι οι άνθρωποι μπορούν να καταργήσουν κατά βούληση τους υλικούς περιορισμούς ή να προβλέψουν όλες τις συνέπειες των πράξεών τους. Σημαίνει, όμως, ότι η ύπαρξη ενός θεσμού από μόνη της αδυνατεί να αποδείξει την αναγκαιότητα ή το αμετάβλητό του. Η διατήρησή του αποτελεί επίσης μέρος της κοινωνικής δραστηριότητας, ακόμη κι όταν πραγματοποιείται χωρίς συνειδητή πρόθεση.
Η αυτονομία, επομένως, απαιτεί την αναγνώριση της δημιουργικής δύναμης του φαντασιακού. Μια αυτόνομη κοινωνία εξακολουθεί να παράγει σημασίες, να θεσμίζει τον κόσμο της και παράλληλα να αποκτά τη δυνατότητα να θέτει υπό αμφισβήτηση τις σημασίες και τους θεσμούς της. Η νομιμοποίησή τους παύει να εξαρτάται αποκλειστικά από μια εξωκοινωνική αυθεντία και γίνεται αντικείμενο συλλογικής κρίσης. Η αυτονομία προϋποθέτει, συνεπώς, την αναγνώριση της θέσμισης ως κοινωνικού έργου, ανοιχτού στην κριτική και στην ενδεχόμενη μεταβολή. Αυτό, βέβαια, δεν συνεπάγεται πλήρη αυτογνωσία ή έλεγχο της ιστορίας, αλλά ανάληψη της ευθύνης για τις επιλογές και τις συνέπειές τους.
«Εικόνα σου είμαι, κοινωνία, και σου μοιάζω». Η φράση αντιστρέφει τη βιβλική σχέση δημιουργού και δημιουργήματος. Εκεί όπου ο άνθρωπος παρουσιάζεται ως δημιούργημα κατ’ εικόνα Θεού, η αντιστροφή υποδεικνύει ότι η εικόνα του Θεού φέρει τα ίχνη της κοινωνίας που τη δημιούργησε. Το ριζικό στοιχείο βρίσκεται στην αδυναμία της κοινωνίας να αναγνωρίσει τον εαυτό της σε αυτήν. Η δημιουργία της επιστρέφει ως αυθεντία, ενώ η ίδια εμφανίζεται υποταγμένη στο έργο της.
Γιατί, όμως, χρειάζεται ο δημιουργός να αποξενώνεται από τη δημιουργία του; Επειδή η αναγνώριση αυτή μεταβάλλει τη σχέση του με τον κόσμο που έχει θεσμίσει. Αν οι νόμοι και οι σημασίες αποτελούν κοινωνικά δημιουργήματα και όχι αιώνιες αναγκαιότητες, τότε η διατήρησή τους απαιτεί αιτιολόγηση και κρίση. Η κοινωνία καλείται να αναλάβει την ευθύνη της αξιολόγησής τους, χωρίς εγγύηση ότι οι αποφάσεις της θα είναι αλάνθαστες και χωρίς δυνατότητα να μεταθέσει αλλού τις συνέπειές τους.
Το βαθύτερο άλλοθι της ετερονομίας είναι η παρουσίαση του κοινωνικά δημιουργημένου κόσμου ως μοναδικής δυνατής πραγματικότητας.
