Δοκίμιο αρ. 248
![]() |
Μιχαήλ Άγγελος, Η Δημιουργία του Αδάμ (1508-1512). Λεπτομέρεια από την οροφή της Καπέλα Σιστίνα, στο Αποστολικό Ανάκτορο του Βατικανού. |
Ο Κορνήλιος Καστοριάδης, αναζητώντας την ιδιαιτερότητα της ελληνικής και της εβραϊκής δημιουργίας, θέτει ένα ερώτημα που υπερβαίνει τα όρια της ιστορίας: γιατί οι αρχαίοι Εβραίοι συνέλαβαν έναν υπερβατικό, αυστηρό και εκδικητικό Πατέρα ως δημιουργό του κόσμου και πηγή του νόμου, ενώ οι Έλληνες ανέπτυξαν την ιδέα ενός απρόσωπου νόμου, τη φιλοσοφία και τη δημοκρατία; Και πώς εξηγείται η μακρά διάρκεια αυτών των δημιουργιών, η ικανότητά τους να διαμορφώνουν κοινωνίες πολύ πέρα από τις ιστορικές συνθήκες μέσα στις οποίες εμφανίστηκαν;
Το ερώτημα του Καστοριάδη προϋποθέτει ότι οι κοινωνίες δημιουργούν μορφές νοήματος, θεσμούς και παραστάσεις μέσα από τις οποίες οργανώνουν τον κόσμο τους. Εκείνο που μια κοινωνία αναγνωρίζει ως θεϊκή εντολή, φυσική τάξη ή αυτονόητη αλήθεια μπορεί να αποτελεί προϊόν της ίδιας της ιστορικής της δημιουργίας. Εντούτοις, η κοινωνία αποδίδει συχνά τις δημιουργίες της σε μια αρχή εξωτερική προς αυτήν. Έτσι, η ανθρώπινη θέσμιση εμφανίζεται ως αποκάλυψη μιας προϋπάρχουσας τάξης, την οποία οι άνθρωποι καλούνται να αποδεχθούν και να υπηρετήσουν.
Εδώ εντοπίζουμε και το σημείο στο οποίο η έννοια του φαντασιακού προκαλεί μια ουσιαστική δυσκολία. Η διάκριση ανάμεσα στο φαντασιακό και τη φαντασιοκοπία επιχειρεί να αποδώσει στο πρώτο μια δημιουργική, θεσμική λειτουργία, διαφορετική από την αυθαίρετη επινόηση ή την ατομική αυταπάτη. Πράγματι, το κοινωνικό φαντασιακό δημιουργεί σημασίες που οργανώνουν τη συλλογική ζωή. Από αυτό, όμως, προκύπτει ένα ερώτημα που απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή: η κοινωνική αποτελεσματικότητα μιας παράστασης αρκεί για να θεμελιώσει την αλήθεια του περιεχομένου της; Το γεγονός ότι μια ιδέα συγκροτεί θεσμούς, καθορίζει συμπεριφορές και επιβιώνει επί αιώνες αποδεικνύει την ιστορική της ισχύ, όχι κατ’ ανάγκην την αλήθειά της σε οντολογικό επίπεδο.
Η φαντασία μπορεί να δημιουργεί κόσμους εξαιρετικά συνεκτικούς, με δικές τους αιτίες, νόμους και εξηγήσεις. Η συλλογική αποδοχή τους προσδίδει πραγματική ισχύ στις συνέπειές τους, χωρίς να μεταβάλλει αυτομάτως την αληθοτιμή των ισχυρισμών τους. Αν πολλοί άνθρωποι πιστεύουν ότι ένα αόρατο ον δημιούργησε τον κόσμο και παρεμβαίνει στην ανθρώπινη ζωή, η πίστη τους αποτελεί κοινωνικό γεγονός. Η ύπαρξη αυτού του όντος, όμως, παραμένει διαφορετικό ζήτημα. Η κοινωνική πραγματικότητα της πίστης και η αλήθεια του αντικειμένου της ανήκουν σε διαφορετικά επίπεδα διερεύνησης.
Η θρησκευτική σκέψη συνήθως συνδέει τον ορατό κόσμο με μια αόρατη δύναμη, στην οποία αποδίδει δημιουργική, αιτιακή και κανονιστική ισχύ. Η δομή αυτή έχει μαγικό χαρακτήρα: ένα υπερβατικό ον ή μια αόρατη δύναμη θεωρείται ότι επηρεάζει τα ανθρώπινα πράγματα, ενώ η τελετουργία, η προσευχή, η θυσία και η υπακοή εντάσσονται σε μια σχέση ανάμεσα στον άνθρωπο και αυτή τη δύναμη. Η επίκληση της πίστης προσφέρει την αποδοχή αυτής της σχέσης, χωρίς να συνιστά από μόνη της απόδειξη της υπερβατικής αιτιότητας που προϋποθέτει.
Κάθε θρησκεία περιέχει μεταφυσικές παραδοχές, ακόμη και όταν αυτές ενσωματώνονται σε τελετουργίες, αφηγήσεις ή ηθικές εντολές αντί να διατυπώνονται ως συστηματική θεωρία. Η επίκληση μιας πραγματικότητας πέρα από τον εμπειρικό κόσμο θεμελιώνει ένα διαφορετικό καθεστώς εξήγησης: όσα συμβαίνουν εδώ μπορεί να αποδίδονται στη βούληση, στην πρόνοια ή στην κρίση μιας υπερβατικής αρχής. Η πίστη επιτρέπει την αποδοχή αυτής της ερμηνείας. Η απόδειξη, όμως, ακολουθεί άλλους δρόμους.
Το πιστεύω σημαίνει συχνά υπακούω. Η πίστη σε μια θεϊκή εντολή συνεπάγεται την αναγνώριση μιας αυθεντίας που ορίζει το επιτρεπτό και το απαγορευμένο, το δίκαιο και το άδικο. Η υπακοή μπορεί να παρουσιάζεται ως ελεύθερη επιλογή, αλλά το περιεχόμενό της έχει ήδη προσδιοριστεί από μια αρχή της οποίας το κύρος θεωρείται ανώτερο από την ανθρώπινη κρίση. Η πίστη, λοιπόν, προσλαμβάνει πολιτική και κοινωνική διάσταση όταν μετατρέπεται σε κριτήριο συμπεριφοράς και σε υποχρέωση συμμόρφωσης.
Αν κάποιος λέει ότι πετάει ο γάιδαρος, η δήλωσή του δεν προσδίδει στον γάιδαρο την ικανότητα της πτήσης. Ούτε η ομόφωνη αποδοχή της δήλωσης θα αρκούσε για να μεταβάλει αυτή την πραγματικότητα. Θα μπορούσε, βέβαια, να μεταβάλει τη συμπεριφορά μιας ολόκληρης κοινωνίας: οι άνθρωποι θα ενεργούσαν με βάση την πεποίθηση ότι ο γάιδαρος πετάει, θα οργάνωναν τις πράξεις τους γύρω από αυτήν και ενδεχομένως θα τιμωρούσαν όποιον την αμφισβητούσε. Η πεποίθηση θα είχε αποκτήσει πραγματικές συνέπειες, ενώ το αντικείμενό της θα παρέμενε όπως ήταν. Η διάκριση αυτή επιτρέπει να κατανοήσουμε τη δύναμη της συλλογικής πίστης χωρίς να συγχέουμε την ισχύ της με την αλήθειά της.
Η ιστορία των θρησκειών προσφέρει οδυνηρά παραδείγματα αυτής της διάκρισης. Άνθρωποι κάηκαν στην πυρά, λιθοβολήθηκαν ή διώχθηκαν επειδή οι πράξεις και οι πεποιθήσεις τους κρίθηκαν ασύμβατες με μια θεϊκή εντολή όπως την ερμήνευε μια κοινότητα ή ένας θεσμός. Η θεϊκή αυθεντία μπορεί να είναι αόρατη, αλλά η τιμωρία της γίνεται ορατή μέσα από ανθρώπινες πράξεις. Ο φαντασιακός θεός ενεργεί με ανθρώπινο χέρι. Η φράση αυτή δεν αποτελεί απλώς μεταφορά αλλά συμπυκνώνει το πρόβλημα της ευθύνης. Όταν μια ανθρώπινη απόφαση εμφανίζεται ως εκτέλεση υπερβατικής βούλησης, η δική της ιστορική προέλευση υποχωρεί από το προσκήνιο και η ευθύνη του ανθρώπου μπορεί να καλυφθεί από το κύρος του θείου.
Η κριτική αυτής της λειτουργίας έχει μακρά φιλοσοφική ιστορία. Ο Σπινόζα, στη Θεολογικοπολιτική πραγματεία του (1670), εξετάζει τη σχέση της θρησκείας με τον φόβο, την ελπίδα, τη δεισιδαιμονία και την πολιτική εξουσία. Ο άνθρωπος, εκτεθειμένος στην αβεβαιότητα, αναζητά εξηγήσεις και προστασία. Όταν τα γεγονότα ερμηνεύονται ως σημεία μιας θεϊκής βούλησης, ο φόβος και η ελπίδα μπορεί να ενισχύσουν την προσκόλληση σε θρησκευτικές αυθεντίες. Η θρησκευτική υπακοή αποκτά τότε πολιτική σημασία, ιδίως όταν ένας θεσμός διεκδικεί το αποκλειστικό δικαίωμα να ερμηνεύει τον θείο νόμο. Για τον Σπινόζα, η ελευθερία της σκέψης και της φιλοσοφικής έρευνας απαιτεί να διακρίνουμε την ηθική λειτουργία της θρησκείας από τις αξιώσεις της δογματικής εξουσίας.
Τον 19ο αιώνα, ο Φόιερμπαχ, στην Ουσία του Χριστιανισμού (1841), προχωρά σε μια διαφορετική ερμηνεία. Τα γνωρίσματα που αποδίδονται στον Θεό (η σοφία, η αγάπη, η δικαιοσύνη, η δύναμη) μπορεί να ιδωθούν ως ανθρώπινες ιδιότητες που αποσπώνται από τον άνθρωπο και προβάλλονται σε ένα υπερβατικό ον. Ο άνθρωπος αναγνωρίζει στον Θεό την τελειότητα που επιθυμεί, αλλά την τοποθετεί έξω από τον εαυτό του, σαν να προέρχεται από μια ανεξάρτητη πηγή. Η θεολογία, υπό αυτή την οπτική, μπορεί να διαβαστεί ως ανθρωπολογία: ο άνθρωπος μιλά για τον Θεό και συγχρόνως, χωρίς πάντοτε να το αντιλαμβάνεται, μιλά για τον εαυτό του. Η κριτική του Φόιερμπαχ αντικαθιστά το ερώτημα τι αποκαλύπτει ο Θεός στον άνθρωπο με το τι αποκαλύπτει η ιδέα του Θεού για τον άνθρωπο. Αν οι θεϊκές ιδιότητες αντανακλούν ανθρώπινες ανάγκες, επιθυμίες και ιδανικά, τότε η θρησκευτική παράσταση μπορεί να εξεταστεί ως ανθρώπινη δημιουργία, ακόμη κι όταν οι πιστοί την αντιλαμβάνονται ως πραγματικότητα ανεξάρτητη από αυτούς.
Ο Μαρξ, στην εισαγωγή του στην Κριτική της εγελιανής φιλοσοφίας του δικαίου (1844), εντάσσει τη θρησκεία στις υλικές και κοινωνικές συνθήκες της ανθρώπινης ύπαρξης. Η θρησκευτική συνείδηση εκφράζει τον πόνο, την αλλοτρίωση και την ανάγκη για έναν κόσμο δικαιοσύνης, αλλά μπορεί συγχρόνως να λειτουργεί ως τρόπος συμφιλίωσης με μια πραγματικότητα που προκαλεί αυτόν τον πόνο. Η κριτική της θρησκείας οδηγεί έτσι στην κριτική των κοινωνικών σχέσεων μέσα στις οποίες η θρησκευτική ανάγκη γεννιέται και αναπαράγεται. Οι ιδέες, βέβαια, δεν παραμένουν ανενεργές αντανακλάσεις των συνθηκών τους. Όταν ενσωματώνονται σε θεσμούς και καθοδηγούν πράξεις, γίνονται και οι ίδιες υλικές δυνάμεις.
Ο Νίτσε, στη Γενεαλογία της ηθικής (1887), στρέφει την έρευνα προς την ιστορική διαμόρφωση των αξιών. Το ερώτημα παύει να είναι μόνο αν μια ηθική εντολή είναι αληθής ή θεόθεν δοσμένη και γίνεται επίσης ερώτημα για τις συνθήκες υπό τις οποίες εμφανίστηκε, για τις ανάγκες που εξυπηρέτησε και για τις σχέσεις δύναμης που εκφράζει. Η ενοχή, η αμαρτία, η τιμωρία και η υπακοή αποκτούν ιστορία. Οι αξίες που παρουσιάζονται ως αιώνιες μπορεί να εξεταστούν ως αποτελέσματα συγκρούσεων, ανατροπών και μετασχηματισμών. Η επίκληση μιας υπερβατικής προέλευσης παύει έτσι να αποτελεί το τέλος της έρευνας και γίνεται η ίδια αντικείμενό της.
Ο Σαρτρ, στο Είναι και το Μηδέν (1943), εξετάζει την πίστη μέσα από το παράδοξο της κακής πίστης. Η συνείδηση μπορεί να προσκολλάται σε μια πεποίθηση, ενώ συγχρόνως διατηρεί, με τρόπο που δεν ελέγχει πλήρως, την επίγνωση ότι αυτή δεν ισοδυναμεί με βεβαιωμένη γνώση. Η αντίφαση αυτή μπορεί να συμπυκνωθεί με τη διατύπωση: πιστεύω για να μην πιστεύω και δεν πιστεύω για να πιστεύω. Η πίστη δεν εξαλείφει την αβεβαιότητα, μπορεί να στηρίζεται στην αποφυγή της αναγνώρισής της. Η έννοια της κακής πίστης δεν επιτρέπει να χαρακτηρίσουμε κάθε θρησκευτική πεποίθηση ως αυτοεξαπάτηση αλλά να εξετάσουμε πώς ο άνθρωπος μπορεί να αντιμετωπίζει μια πεποίθηση ως αδιαμφισβήτητη αλήθεια, αποφεύγοντας το ερώτημα αν διαθέτει επαρκείς λόγους για να την αποδέχεται. Η πίστη γίνεται τότε ένας τρόπος σχέσης με τον εαυτό και με την αβεβαιότητα, όχι απλώς μια αποδοχή κάποιου ισχυρισμού για τον κόσμο. Σε αυτή τη διάσταση, η σκέψη του Σαρτρ συναντά το πρόβλημα που μας απασχολεί: η ισχύς μιας πεποίθησης στη συνείδηση του ανθρώπου δεν αποτελεί απόδειξη της αλήθειάς της.
Ο Καστοριάδης διερευνά τη φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας στο ομότιτλο έργο του (1975). Η κοινωνία δημιουργεί σημασίες, θεσμούς και κανόνες, αλλά η δημιουργία αυτή συχνά αποδίδεται σε μια εξωτερική και υπεράνθρωπη αρχή. Πρόκειται για την ετερόνομη θέσμιση: η κοινωνία ζει μέσα σε νόμους και σημασίες των οποίων την ανθρώπινη προέλευση αποδίδει σε μια πηγή έξω από την ίδια. Η ετερόνομη κοινωνία αναγνωρίζει την τάξη που τη συγκροτεί ως δεδομένη, αιώνια ή θεόσταλτη. Η αυτονομία, αντίθετα, προϋποθέτει τη δυνατότητα μιας κοινωνίας να αναγνωρίσει ότι οι νόμοι και οι θεσμοί της αποτελούν δικές της δημιουργίες και, συνεπώς, μπορούν να τεθούν υπό αμφισβήτηση και αναθεώρηση.
Η έννοια του κοινωνικού φαντασιακού φωτίζει τον τρόπο με τον οποίο οι συλλογικές σημασίες αποκτούν διάρκεια και οργανώνουν την εμπειρία. Χρειάζεται, όμως, να διακρίνουμε δύο διαφορετικούς ισχυρισμούς: μια κοινωνία δημιουργεί τις σημασίες μέσα από τις οποίες κατανοεί τον κόσμο και αυτές οι σημασίες είναι αληθείς επειδή η κοινωνία τις δημιούργησε. Ο πρώτος αφορά την κοινωνική συγκρότηση του νοήματος, ο δεύτερος θα μετέτρεπε την κοινωνική αποδοχή σε κριτήριο αλήθειας. Η δημιουργική δύναμη του φαντασιακού εξηγεί πώς ένας κόσμος νοήματος γίνεται κοινός και πραγματικά ενεργός. Από μόνη της, όμως, δεν αποδεικνύει την ύπαρξη των υπερβατικών όντων που αυτός ο κόσμος περιλαμβάνει.
Η ιστορία του Χριστιανισμού προσφέρει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της διαδικασίας με την οποία μια θρησκευτική σημασία αποκτά θεσμική ισχύ. Η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος της Νίκαιας, το 325 μ.Χ., διατύπωσε το ομοούσιον του Υιού με τον Πατέρα και απέρριψε τη διδασκαλία του Αρείου. Η σύνοδος δεν δημιούργησε εκ του μηδενός κάθε πίστη σχετικά με τον Χριστό αλλά διαμόρφωσε, μέσα σε συγκεκριμένες ιστορικές και πολιτικές συνθήκες, την επίσημη δογματική διατύπωση που θα όριζε τα όρια της ορθοδοξίας. Η μεταγενέστερη Σύνοδος της Κωνσταντινούπολης, το 381, επιβεβαίωσε την πίστη αυτή και συνέβαλε στην περαιτέρω διαμόρφωση του δόγματος.
Το γεγονός ότι μια δογματική θέση διατυπώνεται από μια σύνοδο και αποκτά θεσμικό κύρος εξηγεί την ιστορική της καθιέρωση. Η συνοδική απόφαση μπορεί να καθορίσει τι διδάσκει επίσημα μια Εκκλησία, ποια διατύπωση αναγνωρίζει ως ορθόδοξη και ποιες θέσεις απορρίπτει ως αιρετικές. Η θεσμική αναγνώριση αφορά την ισχύ μιας διδασκαλίας μέσα σε μια κοινότητα. Η μεταφυσική αλήθεια του δόγματος αποτελεί διαφορετικό ερώτημα, το οποίο η ίδια η διαδικασία της θεσμικής επικύρωσης αδυνατεί να επιλύσει απλώς και μόνο με την επίκληση του κύρους της.
Η κοινωνική ισχύς μιας σημασίας δεν προκύπτει από την ατομική πεποίθηση και μόνο, αλλά από τη διυποκειμενική της συγκρότηση: από τη στιγμή που γίνεται κοινό σημείο αναφοράς, αναγνωρίζεται, μεταδίδεται και ενσωματώνεται στις σχέσεις των ανθρώπων. Η συλλογική αυτή αναγνώριση μπορεί να προσδώσει στη σημασία αντικειμενικότητα και αυτονόητο χαρακτήρα, χωρίς να αποδεικνύει ότι αυτή αντιστοιχεί σε μια αλήθεια ανεξάρτητη από τις κοινωνικές συνθήκες που την κατέστησαν δυνατή. Όταν, μάλιστα, η σημασία ενσωματώνεται σε θεσμούς που κατοχυρώνουν την εγκυρότητά της, η ιστορική της συγκρότηση μπορεί να λησμονηθεί και το ανθρώπινο δημιούργημα να εμφανιστεί ως κάτι που προϋπάρχει των ανθρώπων και βρίσκεται πέρα από τη δυνατότητά τους να το αμφισβητήσουν.
Εδώ αναδύεται η αυτονόμηση του θρησκευτικού θεσμού. Οι θρησκευτικές παραστάσεις, οι τελετουργίες και οι κανόνες οργανώνονται σε ένα σύστημα με ιεραρχία, αρμοδιότητες, επίσημες ερμηνείες και μηχανισμούς διατήρησης της ορθοδοξίας. Ο θεσμός αναλαμβάνει να διαφυλάσσει μια αλήθεια που παρουσιάζεται ως προγενέστερη της δικής του ιστορίας. Η ανθρώπινη δραστηριότητα, που διαμόρφωσε το δόγμα, επέλεξε τις διατυπώσεις του και καθόρισε τα όριά του, υποχωρεί πίσω από την αξίωση ότι ο θεσμός απλώς μεταδίδει μια αποκάλυψη. Η ιστορική δημιουργία εμφανίζεται ως φύλαξη μιας αιώνιας αλήθειας. Η διαδικασία αυτή δεν προϋποθέτει συνειδητή εξαπάτηση. Οι άνθρωποι που υπηρετούν έναν θρησκευτικό θεσμό μπορεί να πιστεύουν ειλικρινά στην υπερβατική προέλευση της διδασκαλίας τους. Η ειλικρίνεια, όμως, αφορά την προσωπική τους σχέση με την πίστη και όχι την απόδειξη του περιεχομένου της. Παράλληλα, η ειλικρινής πίστη μπορεί να συνυπάρχει με την άσκηση εξουσίας, με την επιβολή κανόνων και με τον αποκλεισμό όσων αμφισβητούν την επίσημη ερμηνεία. Η θεσμική λειτουργία μιας πεποίθησης και η αλήθειά της παραμένουν διακριτά ζητήματα.
Η αυτονόμηση της θρησκείας αποτελεί ειδική περίπτωση ενός ευρύτερου φαινομένου: οι ανθρώπινες δημιουργίες αποκτούν θεσμική υπόσταση, αναπτύσσουν δικές τους διαδικασίες αναπαραγωγής και εμφανίζονται ως εξουσίες ανεξάρτητες από τους ανθρώπους που τις συγκροτούν. Η θρησκεία προσδίδει σε αυτή τη διαδικασία ιδιαίτερη ισχύ, επειδή θεμελιώνει την αυθεντία της σε μια υπερβατική πηγή. Όταν ο κανόνας παρουσιάζεται ως εντολή του Θεού, η αμφισβήτησή του μπορεί να εκληφθεί όχι ως διαφωνία με μια ανθρώπινη ερμηνεία, αλλά ως ανταρσία απέναντι στο ίδιο το θείο.
Έτσι το ερώτημα του Καστοριάδη παρουσιάζει μια ευρύτερη σημασία. Οι κοινωνίες δημιουργούν κόσμους νοήματος, αλλά οι δημιουργίες τους μπορεί να στραφούν εναντίον της επίγνωσης της ίδιας τους της προέλευσης. Η πίστη αποκτά κοινωνική ισχύ, οι σημασίες γίνονται θεσμοί και οι θεσμοί διεκδικούν την αυθεντία να ορίζουν την αλήθεια. Η ανθρώπινη δημιουργία αποδίδεται σε μια εξωτερική δύναμη, ενώ οι άνθρωποι εξακολουθούν να την αναπαράγουν, να την ερμηνεύουν και να επιβάλλουν τις απαιτήσεις της. Η ουσιώδης διάκριση βρίσκεται ανάμεσα στην ισχύ μιας πεποίθησης και στην αλήθεια του περιεχομένου της, ανάμεσα στη δημιουργία ενός θεσμού και στην υπερβατική νομιμοποίησή του, ανάμεσα στην υπακοή σε μια αυθεντία και στην ελεύθερη κρίση. Η κοινωνική λειτουργία μιας ιδέας μπορεί να εξηγεί τη διάρκεια και την επιρροή της, όμως η ιστορική της καταγωγή μπορεί να φωτίζει τις ανάγκες και τις σχέσεις εξουσίας που τη διαμόρφωσαν. Κανένα από αυτά τα δεδομένα, δεν υποκαθιστά την εξέταση της αλήθειας που η ίδια η ιδέα αξιώνει.
Ο άνθρωπος δημιουργεί σημασίες, θεσπίζει κανόνες και οικοδομεί θεσμούς. Έπειτα μπορεί να αναγνωρίσει σε αυτά τα δημιουργήματα μια δύναμη που υπερβαίνει τον ίδιο και να υποταχθεί στην αυθεντία τους. Στην περίπτωση της θρησκείας, η υποταγή αυτή αποκτά το κύρος μιας θεϊκής εντολής. Η θεϊκή βούληση, όμως, φτάνει στον κοινωνικό κόσμο μέσα από ανθρώπινες ερμηνείες, αποφάσεις και πράξεις. Η αναγνώριση αυτής της διαμεσολάβησης επαναφέρει στο προσκήνιο την ανθρώπινη ευθύνη: πίσω από την επίκληση μιας ανώτερης δύναμης βρίσκονται άνθρωποι που αποφασίζουν τι σημαίνει η εντολή της, ποιον δεσμεύει και ποιες συνέπειες δικαιολογεί.
