Δοκίμιο αρ. 250
Στα Σκιρτήματα (Stirrings Still), ο Σάμιουελ Μπέκετ συμπυκνώνει την εμπειρία της ακινησίας στη φράση «όλες οι θέσεις σαν μία». Οι θέσεις διαδέχονται η μία την άλλη, αλλά η διαδοχή τους μοιάζει να καταργεί εκείνο που θα μπορούσε να τις διακρίνει ουσιαστικά. Η μετατόπιση διατηρείται ως γεγονός, ενώ η μεταβολή αμφισβητείται ως εμπειρία. Κάτι συμβαίνει, αλλά η συνείδηση αδυνατεί να αναγνωρίσει σε αυτό την ανάδυση μιας άλλης κατάστασης. Ο χρόνος εξακολουθεί να περνά, χωρίς η πάροδός του να εγγυάται την εμφάνιση του καινούριου.
Η μπεκετική επανάληψη συνδέεται στενά με τη συνήθεια. Αυτή οργανώνει την εμπειρία, εξομαλύνει τις διαφορές, περιορίζει την αβεβαιότητα και καθιστά τον κόσμο οικείο. Συγχρόνως, μπορεί να αδρανοποιήσει την ικανότητά μας να αντιλαμβανόμαστε τη μεταβολή. Όταν κάθε νέα στιγμή προσλαμβάνεται μέσα από τις μορφές της προηγούμενης, η χρονική διαδοχή μοιάζει με ανακύκλωση του ίδιου. Στο Περιμένοντας τον Γκοντό, η απόφαση των δύο πρωταγωνιστών να φύγουν επανέρχεται, αλλά η πράξη παραμένει μετέωρη. Η δεύτερη ημέρα επαναλαμβάνει την πρώτη, ενώ η προσδοκία μιας συνάντησης εξακολουθεί να οργανώνει τον χρόνο χωρίς να τον οδηγεί σε κάποια αναγνωρίσιμη κατάληξη. Η αναμονή συντηρεί την επανάληψη και η επανάληψη παρατείνει την αναμονή. Εντούτοις, θα ήταν ανεπαρκές να περιγράψουμε αυτή τη δραματουργία απλώς ως αναπαράσταση ενός κυκλικού χρόνου. Το πρόβλημα αφορά τη σχέση ανάμεσα στη διαδοχή και στη μεταβολή. Η επόμενη στιγμή υπάρχει, αλλά η δυνατότητά της να εισαγάγει κάτι άλλο παραμένει αβέβαιη. Ο χρόνος βιώνεται ως διάρκεια, ενώ η διάρκειά του στερείται προσανατολισμού προς μια μεταμόρφωση. Η συνήθεια επιτρέπει στα πρόσωπα να συνεχίζουν, συγχρόνως όμως υπονομεύει την προσδοκία ότι η συνέχεια μπορεί να οδηγήσει κάπου αλλού.
Η φιλοσοφική διάσταση του Μπέκετ έγκειται στον τρόπο με τον οποίο η δραματουργία μετατρέπει ένα πρόβλημα του χρόνου σε αισθητή εμπειρία. Η γλώσσα του διατηρεί συχνά μια σχεδόν κυριολεκτική ακρίβεια, αλλά το έργο του πάει πιο πέρα από την περιγραφή μιας κατάστασης. Οι επαναλήψεις, οι παύσεις, οι ανολοκλήρωτες κινήσεις και οι υποσχέσεις που μένουν ανεκπλήρωτες υποχρεώνουν τον θεατή να βιώσει τη διάσταση ανάμεσα στην πάροδο και στην αλλαγή. Η φιλοσοφία ενσωματώνεται στον ρυθμό, στη διάρκεια και στην ίδια τη σύνθεση της παράστασης. Τι διαφοροποιεί, λοιπόν, την απλή διαδοχή από την πραγματική μεταβολή; Πότε μια επόμενη στιγμή αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης και πότε εισάγει μια μορφή που μετασχηματίζει όσα προηγήθηκαν; Το ερώτημα αφορά τη δυνατότητα του καινούριου, αλλά συγχρόνως την έννοια του χρόνου. Αν ο χρόνος εξαντλείται στη διαδοχή θέσεων, τότε κάθε μεταβολή μπορεί να περιγραφεί ως αναδιάταξη στοιχείων που ήδη υπάρχουν. Αν, αντίθετα, η χρονικότητα συνδέεται με την ανάδυση μορφών που προηγουμένως απουσίαζαν, τότε η ιστορία περιλαμβάνει μια δημιουργική διάσταση την οποία η απλή διαδοχή αδυνατεί να εξηγήσει.
Ο Κορνήλιος Καστοριάδης παρέχει μια διαφορετική θεωρητική σύλληψη του χρόνου. Στη Φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας (1975), γράφει μεταξύ άλλων: «Ο χρόνος είναι αυτο-αλλοίωση αυτού που είναι, και το οποίο δεν είναι παρά στον βαθμό που αποτελεί προς-είναι». Σύμφωνα με αυτή τη διατύπωση, ο χρόνος δεν αποτελεί μια έτοιμη σειρά πάνω στην οποία τοποθετούνται διαδοχικά γεγονότα. Συνδέεται με την ανάδυση του άλλου, με τη δημιουργία μορφών που μεταβάλλουν το πεδίο μέσα στο οποίο εμφανίζονται. Ο φιλόσοφος διακρίνει τη χωρική διαφορά από τη χρονική ετερότητα. Τα σημεία μιας γραμμής καταλαμβάνουν διαφορετικές θέσεις, αλλά η διαφορά της θέσης τους από μόνη της δεν συνιστά δημιουργία. Η ακολουθία τους μπορεί να περιγραφεί μέσα από μια δεδομένη διάταξη. Η ετερότητα, αντίθετα, αφορά την ανάδυση μιας μορφής που η ταυτότητά της υπερβαίνει τους ήδη διαθέσιμους καθορισμούς. Γι’ αυτό ο Καστοριάδης υποστηρίζει ότι ο χρόνος «δεν θα ήταν τίποτα, αν υπήρχε σαν απλή δυνατότητα παλινόδευσης του αυτού».
Η σκέψη του μπορεί να φωτίσει τη μπεκετική δραματουργία, αρκεί να διατηρήσουμε τη διαφορά των δύο προσεγγίσεων. Ο Καστοριάδης επιχειρεί να συλλάβει τη δημιουργία ως διάσταση του είναι και της ιστορίας. Ο Μπέκετ σκηνοθετεί την εμπειρία ενός χρόνου στον οποίο η ανάδυση της ετερότητας μοιάζει να έχει ανασταλεί. Η επανάληψη στα έργα του αποκτά το βάρος ενός προβλήματος: πώς μπορεί να εμφανιστεί κάτι άλλο, όταν κάθε νέα στιγμή αφομοιώνεται από τις μορφές που έχουν ήδη καθορίσει την εμπειρία; Η απάντηση βρίσκεται εν μέρει έξω από τον κόσμο που αναπαριστά ο Μπέκετ. Η δραματουργία του δημιουργεί μια νέα θεατρική μορφή μέσα από την αναπαράσταση της αδυναμίας της μεταβολής. Η πλοκή χάνει την παραδοσιακή της λειτουργία, η δράση αποσυνδέεται από την πρόοδο προς ένα αποτέλεσμα και ο χαρακτήρας αδυνατεί να εγγυηθεί τη συνέχεια μιας συνεκτικής ψυχολογικής εξέλιξης. Η επανάληψη, η παύση και η ακινησία αναλαμβάνουν τη θέση της αιτιώδους αλληλουχίας. Το καινούριο εμφανίζεται μέσα από μια μορφή που σκηνοθετεί την εξάντληση της δυνατότητας του καινούριου.
Έτσι, η κρίση της δραματουργίας γίνεται αφετηρία μιας ριζικής μεταβολής της θεατρικής έκφρασης. Στον Χάινερ Μίλερ, ιδίως στο Hamletmaschine, η διάλυση της δραματικής συνέχειας συνδέεται με την αποσύνθεση της ιστορικής αφήγησης. Ο Άμλετ εμφανίζεται μέσα από θραύσματα πολιτισμικής μνήμης, πολιτικών συγκρούσεων και ιστορικών ρόλων που αδυνατούν να συγκροτήσουν μια σταθερή ταυτότητα. Το πρόσωπο μιλά μέσα από τα ερείπια της ίδιας του της παράδοσης. Η ιστορία εκτίθεται ως υλικό που επιστρέφει αποσπασματικά, φορτισμένο με αντιφάσεις και ανεπίλυτες συγκρούσεις. Στη Σάρα Κέιν, η κρίση της δραματικής μορφής παίρνει διαφορετική κατεύθυνση. Στο Blasted, η μετάβαση από την ιδιωτική βία στον πόλεμο διαρρηγνύει την αρχική οργάνωση του έργου και μεταβάλλει εκ των υστέρων την αντίληψη για όσα έχουν προηγηθεί. Το ιδιωτικό και το ιστορικό εισβάλλουν το ένα στο άλλο, ανατρέποντας τα όρια μέσα στα οποία η βία θα μπορούσε να ερμηνευθεί. Στο 4.48 Psychosis, η φωνή και η συγκρότηση του υποκειμένου αποδεσμεύονται από τις συμβάσεις ενός σταθερού δραματικού προσώπου. Η θεατρική σύνθεση καλείται να οργανώσει μια εμπειρία που αντιστέκεται στην ενιαία αφήγηση και στην ασφαλή απόδοση του λόγου σε έναν αναγνωρίσιμο χαρακτήρα. Οι δημιουργοί αυτοί δεν ακολουθούν μια ενιαία διαδρομή ούτε αποτελούν διαδοχικούς κρίκους μιας εξέλιξης που ξεκινά από τον Μπέκετ. Αλλά το έργο τους επιτρέπει να παρακολουθήσουμε διαφορετικές εκφάνσεις της κρίσης της δραματικής μορφής. Στον Μπέκετ, η επανάληψη υπονομεύει τη δυνατότητα της εξέλιξης. Στον Μίλερ, η ιστορική συνέχεια επιστρέφει ως θραύσμα. Στην Κέιν, η βία και η οδύνη μετασχηματίζουν τα όρια της αναπαράστασης. Η πλοκή, το πρόσωπο και η σύγκρουση παύουν να λειτουργούν ως αυτονόητα μέσα οργάνωσης της θεατρικής εμπειρίας. Η δραματουργία καλείται να αντιμετωπίσει τα όριά της, ενώ η ίδια η σκηνή αρχίζει να αναλαμβάνει λειτουργίες που προηγουμένως εξαρτιόνταν κυρίως από το δραματικό κείμενο.
Η μεταδραματικότητα έδωσε στο θέατρο μια διέξοδο από τα όρια της παραδοσιακής δραματουργίας, μεταφέροντας την παραγωγή της μορφής στην ίδια τη σκηνική πράξη. Η ιστορική αυτή μετατόπιση διεύρυνε το πεδίο της θεατρικής δημιουργίας, χωρίς να εξαλείψει το πρόβλημα του καινούριου. Η καθιέρωση των μεταδραματικών πρακτικών μπορεί να μετατρέψει την αποσπασματικότητα, την αποδόμηση του προσώπου ή την αυτονομία των σκηνικών υλικών σε αναγνωρίσιμες συμβάσεις. Αυτό, ωστόσο, αφορά τις συγκεκριμένες χρήσεις τους και όχι τα όρια των δυνατοτήτων τους. Οι πειραματισμοί που γεννήθηκαν από τη μεταδραματική αντίληψη μπορούν να οδηγήσουν σε μορφές που παραμένουν σήμερα απρόβλεπτες. Η μεταδραματικότητα ούτε εγγυάται την αδιάκοπη εμφάνιση του καινούριου ούτε έχει εξαντλήσει κατ’ ανάγκην τη δημιουργική της δύναμη.
Η αναζήτηση του καινούριου, λοιπόν, δεν μπορεί να στηριχθεί στην εκ των προτέρων επιλογή μιας συγκεκριμένης δραματουργικής ή σκηνικής κατεύθυνσης. Η επιστροφή στην πλοκή, στον χαρακτήρα ή στη σύγκρουση δεν αποτελεί από μόνη της ανανέωση, όπως και η εγκατάλειψή τους δεν εγγυάται την καινοτομία. Το κρίσιμο ερώτημα αφορά όσα μπορεί να δημιουργήσει μια συγκεκριμένη καλλιτεχνική πράξη μέσα από τη χρήση, τον μετασχηματισμό ή την ανατροπή των διαθέσιμων μορφών. Δεν διαθέτουμε ένα κριτήριο που να επιτρέπει την ασφαλή πρόβλεψη της δημιουργίας ούτε έναν κανόνα που να διακρίνει εκ των προτέρων την επανάληψη από την καινοτομία. Η διάκριση αναδύεται μέσα από το ίδιο το έργο και τη σχέση του με τις ιστορικές μορφές που χρησιμοποιεί ή υπερβαίνει.
Ο Μπέκετ παραμένει χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της δυσκολίας. Οι σκηνικοί του κόσμοι οργανώνονται γύρω από την επανάληψη, την ακινησία και την αδυναμία της δράσης να οδηγήσει σε μια ουσιαστικά διαφορετική κατάσταση. Η δραματουργία του, όμως, μετασχημάτισε τους όρους της θεατρικής σύνθεσης. Η δημιουργία μιας νέας μορφής προέκυψε μέσα από την αναπαράσταση ενός κόσμου στον οποίο η δυνατότητα της μεταβολής εμφανίζεται εξαντλημένη. Η αντίφαση αυτή αποκτά φιλοσοφικό βάρος υπό το πρίσμα της σκέψης του Καστοριάδη: η ετερότητα συνδέεται με την ανάδυση μορφών που υπερβαίνουν την απλή διαδοχή, αλλά καμία ιστορική συνθήκη και καμία αισθητική μέθοδος δεν μπορεί να εγγυηθεί την εμφάνισή τους.
Το καινούριο, συνεπώς, παραμένει ενδεχόμενο της δημιουργίας και όχι αποτέλεσμα μιας προκαθορισμένης εξέλιξης. Μπορεί να αναδυθεί μέσα από τη μεταδραματική σκηνή, μέσα από τη δραματουργική γραφή ή μέσα από μορφές που θα μετασχηματίσουν τη σχέση ανάμεσα στις δύο. Καμία από αυτές τις κατευθύνσεις δεν διαθέτει εκ των προτέρων το προνόμιο της καινοτομίας, όπως καμία ιστορική εξέλιξη δεν εγγυάται την εμφάνισή της. Το ερώτημα είναι πότε και αν μια καλλιτεχνική πράξη θα κατορθώσει να συγκροτήσει κάτι που μεταβάλλει τους όρους με τους οποίους αντιλαμβανόμαστε τη θεατρική εμπειρία. Η ιστορία προσφέρει τις προϋποθέσεις, τα υλικά και τις αντιφάσεις της δημιουργίας, χωρίς να προδιαγράφει την έκβασή της.
